Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 34


Η πληγή ήτον εις το υπογάστριον και ανίατος κατά τας
παρατηρήσεις των ιατρών. Μ' όλον ότι οι παρεστώτες όλοι
εζητούσαν να παραστήσωσιν εις τον Καραϊσκάκην ότι δεν ήτον
επικίνδυνος, αυτός μετά τινας εδικάς του παρατηρήσεις εξήγησε
με μίαν συνήθη του φράσιν του, ότι εγνώρισε το ανίατον, δεν
μετέβαλε δε διόλου ήθος, αλλά διέμεινεν ο ίδιος δημηγορών και
ομιλών μεγαλοφώνως με τους παρευρισκομένους, έως ου ολίγας ώρας
μετά την μεσημβρίαν απέθανεν, αφήσας τελευταίαν παραγγελίαν να
τον ενταφιάσωσιν εις μίαν μεγάλην εκκλησίαν (49).

Η φήμη διέδωκεν αμέσως πανταχού την είδησιν του θανάτου του,
και μία τρομερά φρίκη και κατήφεια εκυρίευσεν όλους. Το
στρατόπεδον ενόμισεν απ' εκείνην την στιγμήν ότι έχασε τον
πατέρα του, τον οδηγόν του και ενί λόγω τον σωτήρα του. Εσβύσθη
αμέσως η προθυμία και η τόλμη, την οποίαν έδειχνεν εις όλας τας
πράξεις του, εις τας οποίας είχεν οδηγόν, θεατήν και κριτήν τον
Καραϊσκάκην, και ωμοίαζεν ως σώμα χωρίς ψυχήν. Όλαι δε αι
προσπάθειαι και του αρχιστρατήγου και των αξιωματικών του να το
παρηγορήσωσι και να το εμψυχώσωσιν απέβησαν μάταιαι, καθώς τα
μετά ταύτα συμβάντα το απέδειξαν.

Ο αρχιστράτηγος διέταξε να μετακομίσωσι το σώμα του Καραϊσκάκη
εις Σαλαμίνα διά να το ενταφιάσωσι με τας ανηκούσας τελετάς·
διέδωκε δε εις το στρατόπεδον ότι το έπεμψεν εις Αίγιναν,
υποπτεύων μετά λόγου, ότι πολλοί των αξιωματικών και εκ των
στρατιωτών ακόμη ημπορούσαν να μεταβώσιν εις Σαλαμίνα διά να
συνοδεύσωσι τον νεκρόν και να του αποδώσωσι τας τελευταίας
τιμάς, και ότι η απουσία των εδύνατο ν' αποβή επιβλαβής εις το
στρατόπεδον εις τοιαύτην μάλιστα περίστασιν. Εξήλθεν έπειτα εις
την ξηράν και προσκαλέσας τους αξιωματικούς όλου του
στρατοπέδου τους ωμίλησεν όσα ενόμισε πρόσφορα εις την
περίστασιν, τους επαρηγόρησε διά την στέρησιν του Καραϊσκάκη
και τους επαρακίνησε να εξακολουθήσωσι τον αγώνα με την ιδίαν
προθυμίαν και γενναιότητα, υποσχόμενος να συναγωνισθή και ο
ίδιος και να πράξη υπέρ του στρατοπέδου ό, τι του επιτρέπουν τα
μέσα, τα οποία το έθνος ενεπιστεύθη εις αυτόν. Προβάλλει
τελευταίον αν εγκρίνουν να εξακολουθήσωσι το ίδιον σχέδιον του
Καραϊσκάκη, ή να διευθετήσωσι κατ' άλλον τρόπον το κίνημα.
Πολλοί των αξιωματικών διά την υπόληψιν την οποίαν είχον εις τα
σχέδια του Καραϊσκάκη και διά το προς αυτόν σέβας, επρόβαλον να
εξακολουθήσωσι το αυτό σχέδιον. Ο Κώστας Μπότζαρης όμως
επρότεινε το εναντίον, λέγων ότι το στρατόπεδον διά τον θάνατον
του αρχηγού του ήτον τρόπον τινά χωρίς κέντρον· ότι το σχέδιον
τούτο δεν θέλει δυνηθή να το εκτελέση κανείς καθώς ο
Καραϊσκάκης, ο οποίος, επειδή το συνέλαβεν ο ίδιος και το
εμελέτησε προ καιρού, ηδύνατο να προΐδη κάθε εναντίον και τας
ατελείας του, αν ήθελεν έχη, να τας διορθώση και εις τον καιρόν
ακόμη της εκτελέσεως και να προλάβη τους εξ αυτής κινδύνους.
Αλλά μετά τινας διαφιλονεικήσεις, εις τας οποίας υπεφαίνετο ήδη
η διαίρεσις του στρατοπέδου, υπερίσχυσαν οι ζητούντες την
εκτέλεσιν αυτού του σχεδίου. Αλλ' ό, τι συμβαίνει πάντοτε εις
τας επιμόνους διαφιλονεικήσεις, όπου οι φιλονεικούντες δεν
προσπαθούν να εύρωσι το ορθόν και το συμφέρον, αλλά να
κατορθώσωσι να υπερισχύση η γνώμη των, τούτο συνέβη και εις
ταύτην την περίστασιν. Δεν εσυμβιβάσθησαν να βάλωσιν εις
ενέργειαν το σχέδιον, οποίον εδόθη από τον Καραϊσκάκην, αλλ'
αφ' ού έκαμαν τινάς μεταβολάς.

Πριν έμβωμεν εις την διήγησιν του ολεθρίου τούτου επιχειρήματος
ας μεταβώμεν εις Σαλαμίνα διά ν' αποδώσωμεν τας τελευταίας
τιμάς εις τον ήρωά μας. Άμα έφθασεν εις Σαλαμίνα το πλοίον το
φέρον το νεκρόν σώμα του Καραϊσκάκη, όλοι οι κατοικούντες και
παροικούντες εις αυτήν άνδρες, γυναίκες, παιδία και γέροντες
εξήλθον εις προϋπάντησιν με μίαν γοεράν κατήφειαν, με θρήνους
και με δάκρυα. Προηγείτο εις την εκφοράν το ιερατείον
ενδεδυμένον την ιερατικήν στολήν. Δεν ηκούετο δε εις την
πολυάριθμον εκείνην ομήγυριν ειμή η λυπηρά ψαλμωδία και ο
γοερός τόνος των ιερέων διακοπτόμενος εν τω μεταξύ από τους
στεναγμούς του λαού και τους συγκεχυμένους και διακεκομμένους
θρήνους των συνακολουθούντων γυναικών και παιδίων. Εάν εξέταζέ
τις όλων των παρευρισκομένων τα πρόσωπα, ήθελεν ευκόλως ιδεί,
ότι κανέν άλλο αίσθημα δεν εκυρίευε τας καρδίας των, ειμή το
της λύπης διά την στέρησιν τοιούτου ανδρός (εις τον οποίον όλοι
απέδιδαν το όνομα του πατρός και σωτήρος) και το του φόβου
μελλόντων κινδύνων, εις τους οποίους δικαίως υπώπτευον ότι
έμελλε να εκτεθή το έθνος μας. Με τοιαύτην παράταξιν ωδήγησαν
τον νεκρόν εις την εκκλησίαν και αφ' ού του έγεινεν η συνήθης
εκκλησιαστική τελετή, ο κύριος Γ. Αινιάν εξεφώνησεν επιτάφιον
λόγον, ο οποίος έτι μάλλον εξήψε την λύπην με την διήγησιν των
προτερημάτων και των ανδραγαθιών του ενδόξου τούτου ήρωος·
μετέφερον έπειτα το σώμα εις τον ετοιμασθέντα τάφον και το
κατέθεσαν με τον συνήθη πυροβολισμόν. Τοιαύται νεκρώσιμοι
τελεταί έγειναν και εις Πόρον (50) και εις Ναύπλιον και
αλλαχού. Πανταχού δε τα πρόσωπα των Ελλήνων έδειχνον ότι η αυτή
λύπη εκυρίευε τας καρδίας των.

Ο θάνατος του Καραϊσκάκη δεν έμεινεν επί πολύ άγνωστος και εις
τους εχθρούς. Αιγύπτιος τις τακτικός, αυτομολήσας προ καιρού
εις τους Έλληνας από τα τάγματα του Ιμπραΐμη, ήτον ως ιπποκόμος
εις ένα από τους Σουλιώτας αξιωματικούς. Αυτός λαβών τον ίππον
του κυρίου του και δραπετεύσας από το Ελληνικόν στρατόπεδον
μετέβη εις τους εχθρούς και έδωκε την είδησιν του θανάτου του
Καραϊσκάκη. Όσην λύπην, αθυμίαν και δειλίαν είχον αισθανθή οι
Έλληνες διά τον θάνατον του Καραϊσκάκη, τόσην χαράν και θάρρος
έλαβον οι εχθροί (51). Επροσπαθούσαν δε να την γνωστοποιήσωσι
και εις τους Έλληνας μ' οποία μέσα ηδύναντο. Εφώναζον από τα
οχυρώματά των· «Δεν υπάρχει πλέον ο Καραϊσκάκης· πρέπει να
ενδυθήτε τα μαύρα». Οι Έλληνες εζήτησαν κατ' αρχάς να κρύψωσι
τον θάνατον του Καραϊσκάκη και να δείξωσιν αδιαφορίαν εις τα
λεγόμενα. Αλλ' η λύπη, η οποία εκυρίευε τας καρδίας των, δεν
τους εσυγχώρει να υποκριθώσι προσήκοντος το οποίον ανελάμβανον
προσωπείον.

Κατά την απόφασιν, η οποία επί της συνελεύσεως των αξιωματικών
και του αρχιστρατήγου έγεινεν, ως ανωτέρω ανεφέραμεν, του να
βάλωσιν εις ενέργειαν το σχέδιον του Καραϊσκάκη, επειδή ήδη
είχον γένει έτοιμα και όλα τα αναγκαία, όλοι οι διωρισμένοι να
λάβωσι μέρος εις τούτο το κίνημα κατέβησαν εις το παραθαλάσσιον
την 24 του Απριλίου και μετά το μεσονύκτιον επιβάντες εις πλοία
εκίνησαν και ύστερον από τινα εμπόδια εξ αιτίας των εναντίων
ανέμων έφθασαν και απέβησαν εις την ξηράν, οδηγούμενοι δε από
τον Μακρυγιάννην επροχώρησαν προς το φρούριον, διαιρούμενοι εις
σώματα, εκ των οποίων τα μεν ετοποθετήθησαν κατά σειράν εις
οποίας ενόμισαν αρμοδιωτέρας θέσεις, τα δε προώδευσαν προς το
φρούριον διά να τοποθετηθώσιν εις τας παρά του Καραϊσκάκη
σημειωθείσας θέσεις. Αλλά κινούμενοι από παράκαιρον άμιλλαν δεν
περιωρίσθησαν εις τας σημειωθείσας θέσεις, αλλ' εξηπλώθησαν και
διεμοιράσθησαν εις πολλάς, διά το οποίον και αδυνάτισαν.
Επροχώρησαν δε και προς το φρούριον και προπαρετάχθησαν το σώμα
των Σουλιωτών, των Κρητών, των Αθηναίων και το τακτικόν. Συνέβη
δε είτε κατά λάθος, είτε κατά περιφρόνησιν ή αδιαφορίαν να μην
τοποθετηθή κανέν σώμα εις μίαν θέσιν, την οποίαν ως μη
πατουμένην από το ιππικόν είχε συστήσει ιδιαιτέρως ο
Καραϊσκάκης διά να πιασθή από έν σώμα δυνατόν και τούτο επέφερε
σημαντικήν βλάβην εις τους Έλληνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου