Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 33


Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτον ο Καραϊσκάκης, όταν επαρουσιάσθη
εις αυτόν ο Κώστας Βλαχόπουλος, αρχηγός ενός σώματος,
στρατολογηθέντος με χρήματα του αρχιστρατήγου, εις τον οποίον
ιδίως ανήκε και αυτός ο ίδιος· ήτον διωρισμένος εις έν οχύρωμα
πολλά πλησίον των εχθρών και αναγκαζόμενος να ήναι αδιακόπως
εις πόλεμον υπέφερε πολύ, διότι επληγώνοντο καθ' ημέραν οκτώ
έως δέκα των στρατιωτών του. Βλέπων λοιπόν ότι ημέραν παρ'
ημέραν εγίνετο ασθενέστερον το σώμα του και διά να προλάβη κάθε
ενδεχόμενον εκοινοποίησεν εις τον Καραϊσκάκην την κατάστασίν
του και του εζήτει βοήθειαν. Ο Καραϊσκάκης αγανακτημένος από τα
κατ' εκείνας τας ημέρας διατρέξαντα, τεταραγμένος από την
θέρμην, δυσαρεστημένος προ πάντων διότι ο αρχιστράτηγος είχε
δώσει χρήματα εις αυτόν και τους στρατιώτας του, ενώ δεν είχον
συμμεθέξει των κινδύνων της εκστρατείας ταύτης, τον εδέχθη με
πολλήν αγριότητα και ωνείδισεν ως άνανδρον και αυτόν και τους
στρατιώτας του, του επρόσθεσε δε ότι, καθώς αυτοί μόνοι καθ'
όλον το στρατόπεδον λαμβάνουν χρήματα, ούτω πρέπει και εις
μεγαλητέρους κινδύνους να είναι εκτεθειμένοι. Ματαίως ο Κώστας
Βλαχόπουλος επροσπάθησε με συστολήν και ταπείνωσιν να
δικαιολογήση το ζήτημά του· ο Καραϊσκάκης ευρισκόμενος πάντοτε
εις την ιδίαν έξαψιν· «Φύγε (είπεν εις αυτόν) με τους
εξακοσίους ανάνδρους στρατιώτας σου· την θέσιν εκείνην
διακόσιοι μόνον εμπειροπόλεμοι στρατιώται είναι ικανοί να την
φυλάξωσιν». Και αποτεινόμενος προς τον Γεώργιον Γεροθανάση,
παρευρεθέντα εκεί· «Πήγαινε (είπε) λάβε διακοσίους από τους
ανδρείους συστρατιώτας σου και ανάλαβε την φύλαξιν αυτής της
θέσεως»· εσκεπάσθη έπειτα διά να ησυχάση και να κοιμηθή. Την
διαταγήν ταύτην ως πηγάζουσαν από την έξαψιν του θυμού δεν
έκριναν εύλογον να την βάλωσιν εις ενέργειαν ούτε ο
Βλαχόπουλος, ούτε ο Γεώργιος Γεροθανάσης.

Την στιγμήν ταύτην Κρητικοί τίνες και Υδραίοι προχωρήσαντες
προς το μέρος των Τούρκων ηκροβολίζοντο, παρακινούντες τρόπον
τινά τους εχθρούς εις αντίκρουσιν. Οι πλησιέστεροι των Τούρκων
έπεμψαν κατ' αυτών ανάλογον δύναμιν. Αλλ' επειδή συνέρρεον κατ'
ολίγον πολλοί Έλληνες εις βοήθειαν των πολεμούντων, και οι
Τούρκοι έπεμψαν ομοίως και άλλην βοήθειαν εις τους εδικούς των.
Τελευταίον ο Νικήτας, επιθυμών να ωφεληθή από το απροσδόκητον
και από την προθυμίαν, την οποίαν έβλεπεν εις τους στρατιώτας,
κατέβη εις τον τόπον της μάχης με την σημαίαν του· το ίδιον
έπραξαν και οι άλλοι οπλαρχηγοί, ώστε η μάχη εγίνετο ήδη
σημαντική. Ο Νικήτας μάλιστα έκαμεν έφοδον κατά τινος εχθρικού
οχυρώματος· αλλά πριν δυνηθώσι να εισπηδήσωσιν εις αυτό,
πληγώνεται εις την σιαγόνα αυτός, πληγώνονται ταυτοχρόνως και
άλλοι τινές αξιωματικοί και ικανοί στρατιώται, ώστε ευρέθησαν
εις την ανάγκην να οπισθοδρομήσωσιν. Οι συνεχείς πυροβολισμοί,
αι κραυγαί και ο θόρυβος των πολεμούντων έδωκαν αιτίαν εις τον
Καραϊσκάκην να ερωτήση το γινόμενον. Εξήλθε δε αμέσως και από
την σκηνήν του διά να ίδη. Έγεινε δε τούτο καθ' ην στιγμήν
ωπισθοδρόμησαν οι Έλληνες. Ιδών εις την κατάστασιν ταύτην τα
πράγματα, εθύμωσεν εναντίον εκείνων, οι οποίοι άνευ διαταγής
και ασκέπτως εκίνησαν μάχην κατά των εχθρών. Επιθυμών δε να
διορθώση την έλλειψιν των Ελλήνων, διά να μην αφήση να
ταπεινωθή το πνεύμα των, καθ' ην στιγμήν μάλιστα ετοιμάζετο εις
νέον και μέγαν αγώνα, πηδά εις τον ίππον του και τρέχει ο ίδιος
κατά των εχθρών, λαβών εις την χείρα του έν γιαταγάνι από τινα
των παρατυχόντων (45).

Παραλαβών δε μεθ' εαυτού όσους των ιππέων ή εφίππων αξιωματικών
απήντησε καθ' οδόν, διευθύνεται προς τους εχθρούς παρακινών και
ενθαρρύνων τους Έλληνας, όσους απαντούσε καθ' οδόν, και
επιτυγχάνει να τους τρέψη εις φυγήν και να τους βιάση να
κλεισθώσιν εις τα πλησιέστερα οχυρώματα. Αλλά μη αρκούμενος εις
τούτο προχωρεί ανάμεσα των εχθρικών οχυρωμάτων με μόνον τους
συν αυτώ ιππείς και στενοχωρεί μεγάλως τους εις τα οχυρώματα
Τούρκους περιτριγυρίζων τρόπον τινά αυτά αφ' ενός μεν μέρους με
το ιππικόν, αφ' ετέρου δε με τους πεζούς. Ο Κιουταχής
υποπτεύσας από την πρόοδον ταύτην του Καραϊσκάκη, αποστέλλει
εναντίον του όλον το ιππικόν. Οι περί τον Καραϊσκάκην λοιπόν μη
δυνάμενοι ν' ανθέξωσιν εις τοσούτον ανωτέραν δύναμιν τρέπονται
εις φυγήν· ο δε Καραϊσκάκης μένων ύστερος εις την αναχώρησιν
διά να ενθαρρύνη και τους λοιπούς και να μην αφήση να γένη
επιβλαβής η καταδίωξις, πληγώνεται και πίπτει από τον ίππον
του· αλλά την αυτήν στιγμήν αναλαμβάνει πάλιν τας δυνάμεις του,
αναβαίνει εις τον ίππον του και διαμένει ενθαρρύνων το ιππικόν
εις το να περιμένη και βοηθή τους πεζούς οπισθοδρομούντας. Ο
υπασπιστής του ιππικού Κακλαμάνος, διαμένων πλησίον του
Καραϊσκάκη εις όλους τους κινδύνους της ημέρας ταύτης, έδειξεν
ηρωισμόν και τόλμην ασυνείθιστον· μάλιστα όταν σφαίρα εχθρικού
κανονίου του αφαίρεσε την δεξιάν χείρα, αυτός χωρίς να δείξη
διόλου δειλίαν, εξακολούθησε την μάχην, λαβών με την αριστεράν
του το σπαθίον, το οποίον εκράτει εις την κοπείσαν χείρα του.
Εφονεύθησαν εις την μάχην ταύτην υπέρ τους είκοσι και
επληγώθησαν έως εξήκοντα, οι περισσότεροι αξιωματικοί και
σημαντικοί.

Αφ' ού είδεν ο Καραϊσκάκης ότι ήσαν πλέον εκτός κινδύνου οι
Έλληνες, τότε εσκέφθη περί του εαυτού του. Η φήμη είχεν ήδη
διαδώσει εις το στρατόπεδον το ολέθριον συμβάν και πλήθος
αξιωματικών συνέδραμον περί αυτόν, τον παρέλαβον και τον
εσυντρόφευσαν έως την θάλασσαν και εκείθεν τον μετέφερον εις
μίαν γολέτταν, επί σκοπώ του να τω χορηγήσωσι περισσότερα
βοηθήματα διά την πληγήν του. Καθ' όλον το διάστημα της
οδοιπορίας του δεν μετέβαλε διόλου το ήθος του, αλλ' είχε
πάντοτε την αυτήν γενναιότητα και ωμίλει ελευθέρως περί παντός
είδους αντικειμένων, περί των οποίων εγίνετο λόγος. Αφ' ού
κατεστήθη εις την γολέτταν και του εγίνοντο παρά των ιατρών
επισκέψεις εις την πληγήν του, διώρισε να γράψωσιν εις τους
αξιωματικούς Παλαμηδιώτας (τους οποίους ωνόμασε μάλιστα
παλαιούς και σταθερούς συναγωνιστάς του) να έλθωσιν να τους
ιδή. Αυτοί όμως μη νομίζοντες καλόν ν' αφήσωσι τας θέσεις των
εις μόνους τους στρατιώτας και να υπάγωσιν όλοι, έκλεξαν και
έστειλαν τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου και τον Γαρδικιώτην
Γρίβαν. Άμα επαρουσιάσθησαν είς αυτόν ούτοι· «Ελάτε (τους είπε)
να σας ασπασθώ». Επειδή δε ούτοι εδάκρυον, επροσπάθησεν ο
Καραϊσκάκης να τους εγκαρδιώση· έπειτα τους είπεν ως τελευταίαν
παραγγελίαν· «Να καταβάλετε όλην σας την φροντίδα διά να
φυλάξετε καλά τας θέσεις σας και να λύσετε επομένως την
πολιορκίαν των Αθηνών. Πρό πάντων σεις οι παλαιοί συναγωνισταί
μου να μην εντροπιασθήτε. Εγώ μεταβαίνω εις Αίγιναν και άμα
αναλάβω επιστρέφω· διά κάθε ενδεχόμενον όμως ιδού και η διαθήκη
μου· εις μεν τον υιόν μου αφίνω το τουφέκι μου, την μόνην
περιουσίαν, την οποίαν έχω τώρα (46)· τας δε θυγατέρας μου τας
αφιερώνω εις σας τους συναγωνιστάς μου (47). — Μην αναφέρης τον
θάνατον (είπεν ο Χριστόδουλος) επειδή δεν είμεθα εις εκείνην
την κατάστασιν. — Ηκούσατε, (επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης) όσα σας
είπα διά τα παιδιά μου· διά σας όμως τους συναγωνιστάς μου τι
να είπω; Επεθύμουν να έχω το έθνος έμπροσθέν μου διά να του
ειπώ τι αξίζετε. Ασπασθήτε από μέρους μου όλους τους
αξιωματικούς συναδέλφους σας και αύριον το πρωί να έλθητε όλοι
να σας ιδώ». Λέγουν ότι εν παρόδω τρόπον τινά ανέφερεν εις
αυτούς ότι επληγώθη από το μέρος των Ελλήνων, ότι εγνώριζε τον
αίτιον και ότι, αν ήθελε ζήση, ήθελε τον κάμει γνωστόν και εις
το στρατόπεδον (48).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου