Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 20


Ο Καραϊσκάκης αφ' ού διένειμεν εις τους ανδραγαθήσαντας
αναλόγους αμοιβάς ως προς τα ολίγα μέσα τα οποία είχεν εις την
εξουσίαν του, διέταξε να εγερθή τρόπαιον εις Αράχωβαν από τας
κεφαλάς των Τούρκων εν είδει πύργου. Το έργον τούτο, λείψανον
της βαρβαρότητας των ηθών, δεν έκρινε δι' άλλον λόγον αναγκαίον
να το μεταχειρισθή, ειμή να κάμη να φανώσιν ένοχοι εις τους
Τούρκους οι κάτοικοι του χωρίου και να χάσωσι την ελπίδα του να
υποταχθώσι πάλιν εις τους εχθρούς (35). Επέγραψαν δε εις αυτό·
«ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ». Εις τας δύο πλευράς
του έχοντος την επιγραφήν ταύτην λίθου ετέθησαν αι κεφαλαί του
Κεχαγιάμπεη και Μουσταφάμπεη.

Μετά την καταστροφήν ταύτην των εχθρών απεφάσισε να οχυρώση την
Βελίτζαν με στρατιωτικήν δύναμιν επί σκοπώ του να βλάψη τους
εις Δαύλειαν εχθρούς και να δυνηθή να συνεννοηθή με τα Ολύμπια
στρατεύματα, προς τα οποία είχε γράψει και κατ' ευθείαν και διά
μέσου της Κυβερνήσεως διά να επανέλθωσι πάλιν εις Ταλάντιον.
Έστειλε δε πρώτον τον Γ. Δυωβουνιώτην, I. Ρούκην και Χ.
Περραιβόν με τριακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι διέβησαν την
νύκτα πλησίον της Δαύλειας, μ' όλον ότι εστρατοπέδευεν εις
αυτήν σημαντική εχθρική δύναμις. Ο δε Καραϊσκάκης αφ' ού
ωχύρωσε το Δίστομον, διορίσας εις αυτό το σώμα του Κώστα
Μπότζαρη, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, και
τοποθετήσας Λειβαδίτας τινάς οπλαρχηγούς, αφ' ού έστειλεν εις
Σάλωνα την αναγκαίαν προς πολιορκίαν δύναμιν υπό τον Γεώργιον
Δράκον (36), αυτός με όλον το λοιπόν στράτευμα διαβάς από την
Αγόριανην και Σουβάλαν μετέβη την 30 Νοεμβρίου εις Βελίτζαν.

Απεφάσισε να διατρίψη μερικάς ημέρας αυτόθι, πρώτον μεν διότι
ήλπιζε να επανέλθωσιν οι Ολύμπιοι, μετά των οποίων ενούμενος
ήλπιζε να εμποδίση ολοτελώς την διά ξηράς διάβασιν εχθρικών
στρατευμάτων και τροφών, και δεύτερον διότι επεθύμει να
προξενήση τινά βλάβην εις τα διαβαίνοντα εκείθεν εχθρικά
στρατεύματα. Αλλά το μεν της επιστροφής των Ολυμπίων σχέδιον,
αν και εζητήθη επιμόνως, δεν έλαβεν έκβασιν, ει μη μετά δύω
μήνας και τότε πάλιν χωρίς καρπόν· δεν απέβη όμως ματαία η εις
Βελίτζαν διατριβή του, όσον διά το δεύτερον επειδή εκέρδησε
νίκην όχι ασήμαντον.

Την πέμπτην του Δεκεμβρίου ανηγγέλθη από τας σκοπιάς ότι έμελλε
να διαβή διά της Φοντάνας εκείνην την ημέραν έν σώμα εχθρών υπό
τον Οσμάνπεην Κόρτζαν, συνιστάμενον από επτακοσίους περίπου
στρατιώτας εκτός των υπηρετών και των ακολουθούντων ως έμποροι
το στρατόπεδον. Ο Καραϊσκάκης διώρισε τους μεν πεζούς να
κρυφθώσιν εις τα ερείπια του Τουρκοχωρίου, όπου εσυμπέραινεν
ότι έμελλον να διευθυνθώσιν οι εχθροί διά να μείνωσι την νύκτα,
το δε ιππικόν να προχωρήση εις τα πλάγια της οδού, από την
οποίαν ήρχοντο οι εχθροί, ώστε να τους εμποδίση την επιστροφήν,
όταν ήθελον κτυπηθή από τα έμπροσθεν. Αλλά το σχέδιον δεν
επέτυχεν εντελώς διά την ανυπομονησίαν των κεκρυμμένων εις τα
ερείπια. Ενώ οι εχθροί ήρχοντο εξαπλωμένοι κατά μήκος ως μία
σειρά, καθώς ήτον επόμενον διά την στενότητα της οδού, μόλις
εφάνη η εμπροσθοφυλακή, και οι εις το Τουρκοχώριον Έλληνες
εβγήκαν από τας ενέδρας των. Οι προπορευόμενοι Τούρκοι μη όντες
έτοιμοι διά πόλεμον, διότι δεν ήλπιζον Ελληνικήν δύναμιν εις
εκείνο το μέρος, ωπισθοδρόμησαν αμέσως· αφ' ού όμως ενώθησαν με
τους όπισθεν ερχομένους και συνεκεντρώθησαν οπωσούν,
αντεστάθησαν εις τους Έλληνας, αλλά μετά μισής ώρας συμπλοκήν
πολεμούμενοι κατά πρόσωπον μεν από τους πεζούς, εις το πλάγιον
δε από το ιππικόν, ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος από το
οποίον ήρχοντο, η στενότης όμως της οδού και οι Έλληνες
επιδιώκοντες δεν τους εσυγχώρησαν να διασώσωσιν εκ των
οκτακοσίων φορτηγών, τα οποία έφερον μεθ' εαυτών, ειμή πολλά
μικρόν αριθμόν· εφονεύθησαν δε εις τον τόπον της μάχης και καθ'
οδόν έως πεντήκοντα, εν οις καί τινες χριστιανοί ακολουθούντες
ως υπηρέται τους εχθρούς.

Το δυστύχημα τούτο των Τούρκων ανηγγέλθη και εις τους εις
Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας· αλλ' ούτοι μη πιστεύοντες,
απέστειλαν διακοσίους περίπου ιππείς διά να παρατηρήσωσι και να
λάβωσιν ακριβή πληροφορίαν περί του πράγματος. Ο Καραϊσκάκης
ιδών αυτούς διευθυνομένους προς το Τουρκοχώριον και υποθέτων
ότι έμελλον να διαβώσι διά της Φοντάνης, παρέλαβε μεθ' εαυτού
τινάς των ιππέων και έως τριακοσίους πεζούς και μετέβη εις
Τουρκοχώριον, όπου κρύψας όλους εις τα ερείπια του χωρίου, τους
διέταξε να περιμένωσιν, έως ου να πλησιάσωσιν οι εχθροί. Οι
εχθροί όμως υποπτεύσαντες φαίνεται, δεν επλησίασαν ολοτελώς,
αλλά κατασκοπεύοντες τον τόπον και περιεργαζόμενοι μακρόθεν,
άμα απήντησαν τινά πτώματα της προλαβούσης μάχης, βεβαιωθέντες
εξ αυτών περί του συμβάντος και φοβηθέντες, ωπισθοδρόμησαν
αμέσως με βίαν. Οι Έλληνες ώρμησαν καταδιώκοντες, αλλά δεν ήτον
δυνατόν να τους φθάσωσι φεύγοντας ούτω δρομαίως· μόλις οι
ταχύτεροι των ιππέων και πεζών επλησίασαν και ακροβολισθέντες
ολίγον διελύθησαν διά την επελθούσαν νύκτα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι διαμένων εις ταύτα τα μέρη δεν ηδύνατο
να οικονομή τροφάς διά το στρατόπεδον και επειδή απελπίσθη του
να ίδη ανανεουμένην την εις Ταλάντιον εκστρατείαν των Ολυμπίων,
απεφάσισε να μεταβή εις Νέας Πάτρας, όπου και τροφάς αφθόνους
έμελλε να εύρη και Τούρκοι ήσαν ολίγοι. Εκτός τούτων ήλπιζεν
ότι η εκστρατεία αύτη έμελλε να ελευθερώση χωρίς πόλεμον και
τας επαρχίας των Κραβάρων, Λιδωρικίου και Καρπενησίου, διότι
επερικυκλώνοντο τρόπον τινά από τα Ελληνικά στρατεύματα. Όθεν
αφήσας εις φύλαξιν της Βελίτζας τον Ρούκην, τον Νάκον
Πανουργιάν και τον Χ. Περραιβόν, αυτός με όλον το λοιπόν
στράτευμα εκίνησε την δεκάτην του Δεκεμβρίου. Αλλ' αφ' ης ώρας
εβγήκεν από το χωρίον μία ραγδαιοτάτη βροχή δεν έκαμε διόλου
διακοπήν έως το εσπέρας και, το χειρότερον, δεν υπήρχε κανέν
χωρίον, όπου να μείνωσι την νύκτα οι στρατιώται και να λάβωσι
τινά περιποίησιν διά το κρύος και τον κόπον. Οι προπορευόμενοι
επροχώρησαν έως να εύρωσιν αρμόδιον τόπον διά να
κατασκηνώσωσιν, οι δε όπισθεν ερχόμενοι μη δυνάμενοι να
καταφθάσωσι τους έμπροσθεν απεκόπτοντο, και η νύκτα, η οποία
κατέλαβε τους περισσοτέρους εις τον δρόμον, κατέστησε
δυσκολωτέραν την πορείαν. Προσέτι ο προκείμενος ποταμός της
Γραβιάς (Κηφισσός), του οποίου το ρεύμα είχεν ήδη εξογκωθή,
ώστε υπερέβαινε τας ζώνας των διαβαινόντων, εδυσκόλευσε μεγάλως
τους Έλληνας. Τέλος πάντων όμως ετοποθετήθησαν είς τινα δρυμώνα
πλησίον του ποταμού και ανάψαντες φωτιάς, επεριποιούντο
εαυτούς. Καταγανακτησμένοι όμως από την κακοπάθειαν και τον
κόπον, εξεθύμαινον εις ύβρεις κατά του Καραϊσκάκη· αυτός όμως
εφάνη πολύ περιποιητικώτερος και φιλοφρονέστερος εκείνην την
νύκτα απ' ό, τι εκ φύσεως ήτον, και περιερχόμενος τας συνοικίας
των στρατιωτών τους ενεθάρρυνε, φιλοφρονούμενος και δεξιούμενος
αυτούς και παρακινών και συμπράττων εις το ν' ανάψωσι φωτίας·
ώστε η κατ' αυτού αγανάκτησις εξαλείφθη διόλου, και αφ' ού
μάλιστα έπαυσεν η βροχή και άναψαν τας φωτίας, απέδωκαν την
αιτίαν όπου φυσικά ανήκε να την αποδώσωσιν, εις την αχρειότητα
του καιρού. Επνίγησαν εκείνην την νύκτα εις την διάβασιν του
ποταμού δώδεκα στρατιώται, απέθανον δε από το κρύος δύο, και αν
η βροχή δεν ήθελε παύσει ογλήγορα, πολλοί ήθελον αποθάνει από
το κρύος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου