Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 19


Οι Τούρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως από την έλλειψιν νερού και
τροφών, απελπισθέντες του να λάβωσι βοήθειαν από τα πλησίον
στρατόπεδα, επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τους συγχωρήση την
έξοδον. Αυτός εδέχθη μεν το πρόβλημα τούτο, αλλ' εζήτησε να
παραδοθώσιν εις αυτόν αι πόλεις Λεβαδείας και Σαλώνων και διά
την ασφάλειαν της εκτελέσεως να μείνωσιν ενέχυρα εις αυτόν οι
δύο αρχηγοί του εχθρικού στρατεύματος, ο Μουσταφάμπεης και ο
Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων ελπίζοντες ακόμη εις την
βοήθειαν του Κιουταχή δεν εδέχθησαν τούτο το πρόβλημα, το
οποίον και άλλως δεν εσυμβιβάζετο με την φιλοτιμίαν των και με
την πολιτικήν της αυλής των.

Αλλ' η προσδοκωμένη βοήθεια του Κιουταχή δεν εφαίνετο και ο
καιρός προχωρών κατέσταινεν αφορήτους τας ελλείψεις των· το δε
χειρότερον, αι συμβάσαι βροχαί την 22, 23 και 24 του Νοεμβρίου
και η παρακολουθήσασα χιών τους έφεραν εις τον έσχατον βαθμόν
της απελπισίας. Και άλλο όχι μικρόν δυστύχημα τους κατετάραξε
καθ' υπερβολήν. Ο Μουσταφάμπεης περιερχόμενος και εμψυχώνων
τους Τούρκους, επήγεν εις έν μέρος, το οποίον εκτυπάτο
συνεχέστερον από τους Έλληνας, και διά να ενθαρρύνη τους εν
αυτώ εκάθισε και ετουφέκιζεν ο ίδιος, αλλά μη προφυλαττόμενος
όσον έπρεπε πληγώνεται εις την κεφαλήν από βόλι Ελληνικόν, το
οποίον, ως ερχόμενον από μακρινόν μέρος, δεν εφάνη κατ' αρχάς
θανατηφόρον, το κρύος όμως και η έλλειψις των αναγκαίων και της
ανηκούσης περιποιήσεως το κατέστησαν τοιούτον, ώστε οι Τούρκοι,
αν και ο Κεχαγιάμπεης τους ενεθάρρυνεν, ότι είν' αδύνατον να
μην φθάση βοήθεια παρά του Κιουταχή, και τους παρεκάλει να
επιμείνωσιν ολίγον ακόμη εις τα δεινά, δεν είχον πλέον
προθυμίαν να υπακούσωσιν· ήτον δε τω όντι τρομερά η κατάστασίς
των. Περιωρισμένοι εις στενώτατον τόπον, του οποίου το έδαφος
αποκατέστη λασπωδέστατον διά τας συνεχείς βροχάς και διά το
πλήθος των ζώων, τα οποία ήσαν κλεισμένα ομού με αυτούς, δεν
ηδύναντο να έχωσι κανέν είδος αναπαύσεως, ουδέ καν να καθίσωσι
και να εξαπλωθώσι· στερημένοι τροφών, ποτών και ξύλων, δεν
είχον κανέν μέσον του να αποφύγωσι την υπερβολήν της ψύχρας, η
οποία από στιγμήν εις στιγμήν απέβαινε σημαντικωτέρα και
επαισθητοτέρα. Πολλών είχον ήδη βλαφθή οι πόδες από τον παγετόν
και την υγρασίαν και ο θάνατος, ο οποίος είχεν ήδη αρχίσει να
ολιγοστεύη τον αριθμόν των, παρουσιαζόμενος ως απαραίτητος εις
τα όμματα εκάστου, ενέπνεε τρομεράν αθυμίαν. Ό, τι όμως
εκορύφωσε τας δυστυχίας των ήτον η υπερβολική χιών, η οποία
άρχισε να πίπτη την 24 του Νοεμβρίου και τους επαπειλούσε να
τους ενταφιάση ζωντανούς. Τοιαύτα δεινά μην ημπορούντες πλέον
να υπομείνωσιν, ώρμησαν εις φυγήν προς το μοναστήριον της
Ιερουσαλήμ. Έγεινε δε η αρχή από τους Γκέκηδες.

Η υπερβολή του χειμώνος, η οποία ηνάγκασε τους εχθρούς να
αποφασίσωσι την φυγήν, έκαμε και τους Έλληνας να παραιτήσωσι
τας περί το Τουρκικόν στρατόπεδον θέσεις των και να συνέλθωσιν
εις τας οικίας της Αράχωβας· ολίγοι δε μόνον διέμεινον ως
φυλακή. Συνέβη δε πριν της εξόδου των εχθρών να κοινοποιηθή
ψευδώς ότι έφυγον οι πολιορκούμενοι. Οι Έλληνες έδραμον αμέσως
προς το εχθρικόν στρατόπεδον, αλλ' ιδόντες ότι οι εχθροί
διέμεινον εις τας θέσεις των, επέστρεψαν οπίσω εις τας
κατοικίας των. Όταν δε συνέβη αληθώς η φυγή, πολλοί μη δίδοντες
πίστιν δεν εξήλθον εις καταδίωξιν, μ' όλον ότι ο ίδιος
Καραϊσκάκης εφώναξεν αναγγέλλων την φυγήν και παρακινών
ονομαστί τους σημαντικωτέρους του στρατεύματος διά να εξέλθωσιν
εις καταδίωξιν. Ο Γαρδικιώτης Γρίβας και ο Χριστόδουλος Χατζή
Πέτρου, οι οποίοι ήσαν φυλακή κατ' εκείνην την ημέραν εις το
μέρος όπου έκαμαν το κίνημα οι εχθροί, μη έχοντες περισσοτέρους
των τριάκοντα στρατιωτών, δεν ηδυνήθησαν ν' απαντήσωσι την
ορμήν των. Υποχωρήσαντες λοιπόν ολίγον κατώτερον της οδού και
αναγγείλαντες εις τον Καραϊσκάκην το πράγμα, έμειναν ούτως, έως
ού διέβη το πλειότερον μέρος των εχθρών. Έπειτα δε αφ' ού
συνήλθον και άλλοι πολλοί ομού με αυτούς, ώρμησαν εις το μέσον
των εχθρών και διεχώρισαν τους όπισθεν ερχομένους.
Καταδιώκοντες δε τους φεύγοντας, εφόνευον όχι κατά σειράν τον
πρώτον απαντώμενον, αλλ' όποιον έβλεπον ικανώτερον να διασωθή·
τους δε λοιπούς τους άφινον θύματα των όπισθεν ακολουθούντων
Ελλήνων. Δεν μετεχειρίσθησαν πυροβόλα διόλου εις ταύτην την
συμπλοκήν, διότι αποκατέστησαν άχρηστα διά την υπερβολήν της
χιόνος. Δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έκαμαν αρχήν της
φονικωτάτης ταύτης καταδιώξεως οι Έλληνες, επέμειναν δε έως
μίαν ώραν της νυκτός, και τότε επέστρεψαν. Άλλος όμως εχθρός
σκληρότερος επέπεσεν εις τους Τούρκους τους διαφυγόντας την
Ελληνικήν μάχαιραν. Αδυνατισμένοι από την κακοπάθειαν και
αποκαμωμένοι από την βίαν της φυγής και τον δρόμον, μόλις
εκάθοντο διά ν' αναπαυθώσι, και αμέσως επάγωναν και δεν ήσαν
πλέον ικανοί να σηκωθώσι και να κινηθώσιν, αλλ' απέθνησκον εις
την οποίαν ήθελον ευρεθή στάσιν.

Ο Καραϊσκάκης, μη ακούων κρότον πυροβόλων εις την καταδίωξιν
και επειδή οι φυλάττοντες τον προς το μοναστήριον δρόμον είχον
προ ολίγου αναχωρήσει από τας θέσεις των διά την υπερβολήν της
ψύχρας, ενόμισεν ότι οι Τούρκοι διέφυγον αβλαβείς. Επαρακινούσε
μ' όλον τούτο τους Έλληνας και τους απέστελλεν εις την
καταδίωξιν· ήτον όμως εις μεγίστην αθυμίαν και λύπην. Τόσον δε
παράδοξος του εφάνη η καταστροφή των εχθρών, όταν επιστρέφοντες
τινές με λάφυρα την ανήγγειλαν, ώστε επήγε και ο ίδιος αρκετόν
διάστημα διά να ίδη με τα ίδιά του όμματα αν τω όντι ήτον
τοιαύτη, οποίαν την επερίγραφον. Οι φονευθέντες εκείνην την
εσπέραν εχθροί ήσαν έως εξακόσιοι, επιάσθησαν δε και πολλοί
ζώντες, αλλά μόλις έως πενήντα ημπόρεσε να διασώση ο
Καραϊσκάκης· οι λοιποί όντες βλαμμένοι εις τους πόδας από το
υπερβολικόν κρύος απέθανον μετ' ολίγον· εχάθησαν δε και οι δύο
αρχηγοί του στρατοπέδου των εχθρών, και τας κεφαλάς των έφερον
οι στρατιώται εις τον Καραϊσκάκην εις πίστωσιν. Ο Καραϊσκάκης
ελπίζων πάντοτε ως ενδεχομένην την συμβάσαν καταστροφήν των
εχθρών, είχεν υποσχεθή σημαντικάς αμοιβάς εις τον όστις ήθελε
δυνηθή να συλλάβη ζώντα κανένα από τους δύο τούτους αρχηγούς,
αλλά δεν επέτυχεν· επειδή ο μεν Κεχαγιάμπεης μη δυνάμενος να
κάμη γνωστόν τον εαυτόν του εις τους Έλληνας διά την άγνοιαν
της γλώσσης των, εφονεύθη ολίγον μακράν από το οχύρωμα των
Τούρκων. Ο δε Μουσταφάμπεης είχεν αποκεφαλισθη εις τον καιρόν
της εξόδου από τον ίδιον αδελφόν του, διά να μην συλληφθή ζων
από τους Έλληνας, μη ων εις κατάστασιν να φύγη ομού με τους
λοιπούς· την δε κεφαλήν του παρέδωκεν είς τινας των οικείων του
διά να την λάβωσι μαζή των και να μη γενή γνωστός εις τους
Έλληνας· αλλ' αυτοί μη δυνάμενοι, φαίνεται, να την διασώσωσι,
την έρριψαν καθ' οδόν, όπου την εύρον οι στρατιώται οι οποίοι
την μετεκόμισαν εις τον Καραϊσκάκην.

Απ' όλον το εχθρικόν σώμα, το οποίον υπερέβαινε τους χιλίους
οκτακοσίους, μόλις διεσώθησαν έως τριακόσιοι και εκ τούτων όχι
όλοι υγιείς. Εκυρίευσαν δε οι Έλληνες είκοσι τρεις σημαίας,
όλας τας αποσκευάς και όλα τα ζώα των εχθρών. Μ' όλον ότι τρεις
ημέρας κατά συνέχειαν οι Έλληνες διά την επιθυμίαν των λαφύρων
περιήρχοντο ερευνώντες εις τα μέρη όπου ήτον ελπίς ότι
διεσπάρησαν οι εχθροί, πολλά πτώματα δεν ευρέθησαν, διότι
εσκεπάσθησαν από την χιόνα, και τούτο έδωκεν αιτίαν να υποτεθή
κατ' αρχάς η φθορά των εχθρών όχι τόσον μεγάλη, όσον
πραγματικώς ήτον· ακολούθως όμως, λυομένης της χιόνος και
ανακαλυπτομένων των πτωμάτων, εγνώσθη το μέγεθος της φθοράς των
εχθρών. Από δε τους Έλληνας καθ' όλον το διάστημα της
πολιορκίας και την έξοδον των εχθρών εφονεύθησαν μόνον δώδεκα
και επληγώθησαν έως είκοσι (34).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου