Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 17


Αν και εις την μάχην ταύτην καμμίαν άλλην ζημίαν δεν έλαβον οι
Έλληνες, ενώ επροξένησαν όχι ολίγην εις τους εχθρούς, ο θάνατος
όμως του Σουλτάνη ελύπησεν όλους κατάκαρδα· ο γενναίος ούτος
πολεμιστής, ενώ ήτον είς των ανδρειοτέρων και φρονιμωτέρων
πολεμικών της Ελλάδος, είχε τον στολισμόν της μετριοφροσύνης, ο
οποίος τον κατέστηνεν εις όλους αγαπητόν· όσον ήσυχος ήτον εις
καιρόν ησυχίας, τόσον ανησυχούσεν εν καιρώ μάχης· δεν ήτον δε
κίνδυνος, από τον οποίον να δειλιάση· η ανδρία του εγνωρίσθη
προ πάντων εις τας κατά των εχθρών εφόδους επί της πολιορκίας
του Μεσολογγίου, ότε και έλαβε δύο κατά διαφόρους καιρούς
πληγάς. Αρχηγός του σώματος των Παλαμηδιωτών, εφέρετο
αξιολογώτατα και αγαπάτο από όλους, προ πάντων όμως από τον
Καραϊσκάκην, ο οποίος έδειξε ζωηροτάτην λύπην διά τον θάνατόν
του. Απέθανε δε εις την αρχήν ενός λαμπρού σταδίου, το οποίον
τα προτερήματά του και αι περιστάσεις έδειχνον ότι του
προετοίμαζον.

Ο Καραϊσκάκης μαθών μετά τινας ημέρας, ότι οι εις Ταλάντι
αποβάντες Ολύμπιοι ενικήθησαν κ' εδιώχθησαν, υπώπτευσεν ότι ο
Μουσταφάμπεης θέλει κινηθή κατά του υπό την οδηγίαν του
Γαρδικιώτου Γρίβα και Νάκου Πανουργιά σώματος, τοποθετημένου
εις Δίστομον και Αράχωβαν, διά να το καταστρέψη και ούτω να
επέλθη με περισσοτέραν δύναμιν και τόλμην κατά του Καραϊσκάκη.
Διά να προλάβη λοιπόν το πράγμα και διά ν' αποφύγη την οποίαν η
διαίρεσις του στρατεύματός του ημπορούσε να επιφέρη βλάβην,
βλέπων συγχρόνως ότι καθήμενος εις Δομπραίναν, ενώ δεν ηδύνατο
να καταστρέψη, τους εχθρούς, έδιδεν υποψίαν εις τους κατοίκους
διά της αργοπορίας του ότι δεν ήτον εις κατάστασιν να προβή,
επειδή τελευταίον εξέλιπον διόλου και αι τροφαί, απεφάσισε ν'
αναχωρήση διά να ενωθή με το λοιπόν σώμα και με τους
επαναστατήσαντας στρατηγούς Ρούκην και Δυωβουνιώτην. Το ν'
αφήση στράτευμα να πολιορκεί την Δομπραίναν, το έκρινε
περιττόν· διότι οι κάτοικοι των επαναστατησάντων χωρίων είχον
μεταβή εις την Πελοπόννησον. Όθεν εκίνησεν από Κακόσι
πανστρατιά περί τας δύο ώρας της νυκτός της δεκάτης τετάρτης
του Νοεμβρίου, διορίσας ως οπισθοφυλακήν το ιππικόν, με το
οποίον εστάθη και ο ίδιος, μετέβη δε εις Χώστια, όπου ήσαν
τοποθετημένα και τα υπό τους Σουλιώτας στρατιωτικά σώματα. Οι
Τούρκοι δεν ενόησαν διόλου την αναχώρησιν των Ελλήνων, την
έμαθον δε από ένα των εντοπίων χωρικών, όστις αυτομόλησεν εις
τους εχθρούς· δεν ετόλμησαν όμως να καταδιώξωσιν εξ οπίσω τους
Έλληνας την νύκτα, αλλά μόνον το πρωί περί τα ξημερώματα εφάνη
μέρος του ιππικού των περί τα Χώστια. Ο Καραϊσκάκης έπεμψεν
αμέσως κατ' αυτού το Ελληνικόν ιππικόν, αλλ' οι Τούρκοι μη
τολμήσαντες ν' αντιταχθώσιν, ωπισθοδρόμησαν προς την
Δομπραίναν.

Ο Καραϊσκάκης μη έχων ικανάς τροφάς διά το στρατόπεδον και
επιθυμών να ωφελήση τους στρατιώτας με την διαρπαγήν των
ποιμνίων των Στεφανικιωτών, οι οποίοι, επίμονοι εις την
τουρκολατρείαν των, συνείργησαν εν μέρει και εις την
καταστροφήν των εν Ζαγαρά αγωνισθέντων Ελλήνων, διώρισεν
εξακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις το χωρίον Στεφανίκου διά
να το καταστρέψωσιν, αν δυνηθώσιν, ειδέ μή, ν' αρπάσωσιν όλα
των κατοίκων τα ποίμνια. Την απόφασιν ταύτην την εκοινοποίησεν
ο Καραϊσκάκης και προς τους Σουλιώτας αξιωματικούς και τους
επρόβαλε να πέμψωσιν έν μέρος ανάλογον· αλλ' οι Σουλιώται
συνελθόντες εις την οικίαν του επαραπονέθησαν διατί να κάμη την
απόφασιν ταύτην χωρίς να συμβουλευθή και αυτούς, και μετά τινα
λογοτριβήν περί τούτου ανενέωσαν πάλιν της αρχηγίας το
πρόβλημα.

Όλοι οι αξιωματικοί του στρατεύματος του Καραϊσκάκη αντέτεινον
επιμόνως λέγοντες, ότι δεν θέλουν γνωρίσει άλλον αρχηγόν παρά
τον Καραϊσκάκην, ώστε κατήντησαν σχεδόν και εις προφορικάς
ύβρεις μετά των Σουλιωτών. Ο Καραϊσκάκης όμως βλέπων ότι η
ημέρα προέβαινε και το στράτευμα δεν έπρεπε να χάνη καιρόν, αφ'
ετέρου μέρους φοβούμενος μεγαλήτερα σκάνδαλα, παρεκάλεσε τους
μετ' αυτού να παραχωρήσωσι, αυτοί δε μόλις επείσθησαν, αφ' ού
προεσυμφωνήθη τρόπον τινά ότι η εξουσία του Σουλιώτου αρχηγού
θέλει περιορίζεται μόνον εις τα υπ' αυτόν Σουλιωτικά σώματα,
εις δε τα γενικά του στρατοπέδου θέλει συσκέπτεται μόνον με τον
Καραϊσκάκην.

Αφ' ού έγεινε δεκτόν το ζήτημα, ο Καραϊσκάκης επρόβαλεν εις
τους Σουλιώτας να κάμωσιν αμέσως την εκλογήν του αρχηγού των·
και συνήλθον επί τούτω εις ιδιαίτερον μέρος· αλλ' αφού ικανήν
ώραν συνεσκέφθησαν και δεν εδυνήθησαν ν' αποφασίσωσι τίποτε,
αποστέλλουν δύο εξ αυτών προς τον Καραϊσκάκην, όστις επρόσμενε
την απόκρισιν, διά την οποίαν και μόνην ανέβαλε και την εδικήν
του αναχώρησιν και το κίνημα των διορισθέντων διά την
καταδρομήν του Στεφανίκου· του αναγγέλλουν δε ότι η εκλογή δεν
είναι δυνατόν να γένη την στιγμήν ταύτην, καθ' ην ετοιμάζονται
διά ν' αναχωρήσωσιν· όταν όμως φθάσωσιν εις μέρος ήσυχον, όπου
θέλουν σταθή μερικάς ημέρας, τότε θέλουν κάμει την εκλογήν. Ο
Καραϊσκάκης αγανάκτησε μεγάλως δι' αυτήν την απόκρισιν, νομίζων
ότι η αναβολή γίνεται διά νέα σκάνδαλα, και αμέσως εσηκώθη και
ανεχώρησε, διατάξας τους περί αυτόν να τον ακολουθήσωσιν· είπε
δε και με θυμόν προς τους πλησίον του, ότι η μάχαιρα θέλει
διαλύσει τας απαιτήσεις των Σουλιωτών.

Με όλους τους περί αυτόν αξιωματικούς μετέβη εις την οικίαν του
Λάμπρου Βεΐκου, ο οποίος ενομίζετο ο αίτιος τούτων των ταραχών
και εις του οποίου ήσαν συναγμένοι όλοι οι Σουλιώται
αξιωματικοί, και καθώς ήτον κυριευμένος από τον θυμόν, άρχισε
να ονειδίζη τους Σουλιώτας ονομάζων παράλογα και αντιπατριωτικά
τα κινήματά των «Εάν (είπε) δεν είχετε σκοπόν, ή δεν
ημπορούσατε να κάμετε την εκλογήν του αρχηγού σας, διατί να την
προβάλετε με τόσην επιμονήν, η οποία (αν ήθελον επιμείνει και
οι Στερεοελλαδίται αξιωματικοί) ήθελεν αποβή ολεθριωτάτη εις
όλην την Στερεάν Ελλάδα και εις σας τους ιδίους ακόμη; Αφ' ού
δε εκάμετε το πρόβλημα και έγεινε δεκτόν, διατί δεν το
εκτελείτε αμέσως, αλλά το αναβάλλετε; Εκ τούτου δεν δύναται τις
να συμπεράνη άλλο, ειμή ότι δεν εκινήθητε διά να επιτύχητε την
αρχηγίαν, αλλά διά να φέρετε σκάνδαλον εις το στρατόπεδον και
να ματαιώσετε την εκστρατείαν». Οι Σουλιώται χωρίς να ζητήσωσι
να δικαιολογηθώσι διά το παρόν φέρσιμόν των, ετράπησαν εις
παράπονα και εις διηγήσεις εκδουλεύσεων, θανάτων και ζημιών, τα
οποία έπαθον πολεμούντες υπέρ τόπου, από τον οποίον οι μεν περί
τον Καραϊσκάκην έμελλον ν' απολαύσωσιν αμέσως ωφέλειαν, αυτοί
δε μικράς ελπίδας έπρεπε να έχωσιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού είδε
διαφοράν εις τον τρόπον των Σουλιωτών και ότι δεν υπήρχε το προ
ολίγου αγέρωχον, τους παρεκίνησε ν' αφήσωσι κατά μέρος όλα τα
διατρέξαντα και ν' ακολουθήσωσιν ως αδελφοί εις την εκστρατείαν
και ότι εις το τέλος του αγώνος κάνεις δεν θέλει μείνει
αδικημένος. Τελευταίον τους κατέπεισε να στείλωσι μέρος
στρατεύματος και αυτοί εις καταδρομήν του χωρίου, το οποίον
ανωτέρω ανεφέραμεν.

Αφ' ού τοιουτοτρόπως διελύθη και αύτη η τρικυμία, το
στρατόπεδον μετέβη εις το μοναστήριον του Αγίου Σεραφείμ του
νέου εις Δομπόν. Ο Καραϊσκάκης, επειδή έμελλε να διαβή το
στράτευμα από δυσχωρίας τινάς, θέλων να έχη ασφαλή τα οπίσθια,
απεφάσισε και άφησε δύναμιν εις το μοναστήριον από εκατόν
πεντήκοντα στρατιώτας· την δε επομένην ημέραν ολίγον προ της
ανατολής του ηλίου ανεχώρησε και έφθασε το εσπέρας εις το
μοναστήριον του Αγίου Λουκά εις Στείρι (30). Εν ώ κατεσκήνωσεν
αυτού το στράτευμα, επέστρεψαν τινές των στρατιωτών, των
εκστρατευσάντων κατά του χωρίου Στεφανίκου, και ανήγγειλαν την
αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης, απέδωκαν δε αυτήν εις την
διαφωνίαν των σταλέντων αρχηγών. Οι λοιποί στρατιώται μετέβησαν
κατ' ευθείαν εις Δίστομον, όπου μετέβη την ερχομένην ημέραν και
όλον το λοιπόν στρατόπεδον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου