Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 13


Προ καιρού ο Καραϊσκάκης είχε γνωρίσει ότι κατά πρόσωπον
πολεμών τον εχθρόν, δεν ήτον δυνατόν να διαλύση την πολιορκίαν
των Αθηνών. Ενόμιζε λοιπόν ωφέλιμον προς διάλυσιν της
πολιορκίας ταύτης το να εκστρατεύση εις τας έμπροσθεν επαρχίας
της Στερεάς Ελλάδος, όπου όσον ήθελε προχωρεί, τόσον ήθελεν
αυξάνει τας εδικάς του δυνάμεις με την προσθήκην των εις τους
εχθρούς υποδουλωμένων Ελλήνων και ήθελε βλάπτει τας του εχθρού
με το εμπόδισμα των τροφών και της διαβάσεως νέων στρατευμάτων.
Αλλά διά να βάλη εις πράξιν τοιούτον σχέδιον έπρεπε να έχη πολύ
περισσοτέρας δυνάμεις απ' όσας είχεν υπό την οδηγίαν του. Επ'
αυτώ τω σκοπώ είχε γράψει προ καιρού εις την Διοίκησιν διά να
τον ενδυναμώση και με άλλα στρατεύματα. Επειδή δε είχεν ήδη
τελειώσει η σύναξις των σταφίδων της Κορίνθου και τα εκεί
συνελθόντα στρατεύματα ήσαν πλέον περιττά, η Διοίκησις τα
διέταξε να υπάγωσιν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον υπό τη
οδηγίαν του Καραϊσκάκη διά να συμπράξωσιν εις τα υπέρ της
Στερεάς Ελλάδος πολεμικά επιχειρήματά του.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού το φρούριον κατέστη εις την ανήκουσαν
ασφάλειαν, βλέπων ότι ήτον αρμόδιος καιρός να εκστρατεύση κατά
το προμελετηθέν σχέδιον, προσκληθείς και από τον Γ.
Δυωβουνιώτην και I. Ρούκην όντας τότε υποτεταγμένους εις τους
εχθρούς, απεφάσισε να κινηθή· έκρινε όμως αναγκαίον να
κοινοποιήση προηγουμένως το σχέδιον τούτο και εις τους εις
Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας αρχηγούς, διά να τους πείση
να συνεκστρατεύσωσι προθύμως και αυτοί· και τούτο διότι
υπώπτευεν ότι, έχοντες προς αυτόν αντιζηλίαν, εμπορούσαν να μην
ακολουθήσωσιν εις την εκστρατείαν, προφασιζόμενοι ότι δεν τους
εσυμβουλεύθη. Επροσκάλεσε λοιπόν όλους τους αρχηγούς και
πρώτους αξιωματικούς αυτού του σώματος και τους εκοινοποίησε το
σχέδιον. Αυτοί απεκρίθησαν ότι το εγκρίνουν και το αποδέχονται,
αλλ' ότι ως υπηρετήσαντες και αυτοί σημαντικά την πατρίδα,
ενόμιζον ανάξιον του χαρακτήρος των να μην έχωσιν ιδιαίτερον
αρχηγόν. Ο Καραϊσκάκης, είτε από μετριοφροσύνην, είτε από
πολιτικήν, απεδέχθη το πρόβλημά των και απεφάσισαν εκ συμφώνου
να διαιρεθή η γενική αρχηγία εις τριμελή επιτροπήν, να ήναι
μέλη αυτής ο Καραϊσκάκης, ο Νικήτας και όποιος έμελλε να
εκλεχθή από τους Σουλιώτας.

Όταν εγίνετο η συνομιλία αύτη, ο Καραϊσκάκης δεν είχε μαζύ του
κανένα σχεδόν από τους υπ' αυτόν στρατηγούς και αξιωματικούς.
Έκρινε λοιπόν αναγκαίον να τους προσκαλέση και να τους
κοινοποιήση τα γενόμενα. Η ομιλία αύτη είχεν ήδη διαδοθή εις το
στρατόπεδον και εγίνετο πολύς ψιθυρισμός· είχε δε ούτος την
αρχήν του από την μεταξύ Σουλιωτών και λοιπών Στερεοελλαδιτών
υπάρχουσαν διαίρεσιν (24), η οποία τόσον είχεν εξάψει τα
πνεύματα αμφοτέρων των μερών, ώστε ουδ' εις το παραμικρόν δεν
παρεχώρει παντελώς το έν εις το άλλο. Όταν ο Καραϊσκάκης
εκοινοποίησε το πράγμα εις τους συνελθόντας αξιωματικούς του
στρατοπέδου, όλοι αντέτειναν με αγανάκτησιν (25). Επροσπάθησεν
ο Καραϊσκάκης να τους καταπραΰνη, λέγων ότι το πράγμα τούτο αν
ήναι πειρακτικόν, είναι διά την εδικήν του φιλοτιμίαν· αυτός
όμως παραχωρεί διά το συμφέρον της πατρίδος· αλλ' αυτοί
επιμένοντες κατήντησαν να του ειπώσιν, ότι υπ' αυτόν μόνον
αρχηγόν είν' έτοιμοι να θυσιάσωσι και την ιδίαν των ζωήν, δεν
ανέχονται όμως να τον ακολουθήσωσιν εις εκστρατείαν, καθ' ην
θέλει έχει και άλλους συναρχηγούς. Αν δε αυτός έχει σταθεράν
απόφασιν να κάμη κατά την γνώμην των Σουλιωτών, ας μη λογαριάση
πλέον αυτούς διά συντρόφους του. Επρόσθεσαν δε ότι τότε μόνον
ηδύναντο ν' αποδεχθώσι της αρχηγίας την διαίρεσιν, όταν ήθελε
το διορίσει η Κυβέρνησις (26).

Ο Καραϊσκάκης βλέπων το αμετάπειστον της γνώμης των, ειδοποίησε
τους Σουλιώτας διά γράμματος, εις το οποίον υπεγράφησαν και
όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, τους επρόβαλε δε, αν
θέλουν, να συνακολουθήσωσιν εις την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος
εκστρατείαν, μενόντων των πραγμάτων εις την οποίαν ήσαν
κατάστασιν. Οι Σουλιώται ηρνήθησαν αποφασιστικά το να λάβωσι
μέρος εις ταύτην την εκστρατείαν. Αλλ' έν συμβεβηκός, το οποίον
ημπορεί να νομισθή, ως ευτύχημα διά τον Καραϊσκάκην και την
Στερεάν Ελλάδα, συνετέλεσεν εις την επιτυχίαν της εκστρατείας
και εμψύχωσε τους περί τον Καραϊσκάκην.

Μέγα μέρος των εν Κορίνθω υπό διαφόρους οπλαρχηγούς συνελθόντων
στρατευμάτων νομίζον ότι αδικείτο εις τους μισθούς του από τους
πρωτίστους Σουλιώτας αρχηγούς, απεχωρίσθη από αυτούς·
συσσωματωθέν δε και συνδεθέν με όρκους και άλλους δεσμούς
ωνομάσθη Ηπειρωτοσουλιωτικόν σώμα και απεφάσισε ν' ακολουθήση
τον Καραϊσκάκην, της βοηθείας του οποίου ενόμισεν ότι είχεν
ανάγκην. Οι συγκροτούντες τούτο το σώμα ήρπασαν ικανόν μέρος
σταφίδων ανήκον εις ιδιώτας Κορινθίους διά να πληρωθώσι
μισθούς, χρεωστουμένους εις αυτούς παρά της Διοικήσεως ή παρά
των αρχηγών των. Υποπτεύοντες δέ τινα καταδρομήν επρόβαλον εις
τον Καραϊσκάκην να τον συνακολουθήσωσιν επί υποσχέσει του να
υπερασπισθή τα οποία ενόμιζον ότι είχον δίκαια. Ο Καραϊσκάκης
νομίζων ότι δεν ήτον όλον το άδικον από μέρος των και επειδή με
την συνδρομήν αυτών ηδύνατο να βάλη εις ενέργειαν την υπέρ της
Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, εδέχθη ευχαρίστως το πρόβλημά των,
υποσχεθείς να διορθώση το πράγμα από μέρους της Κυβερνήσεως.

Ενώ δε εγίνοντο ταύτα, ο Φαβιέρος μείνας αρκετόν καιρόν εις
Αμπελάκι άπρακτος, διά να παύση την κατακραυγήν των ανθρώπων
ότι δεν λαμβάνει μέρος εις τον πόλεμον, απεφάσισε να κινηθή εις
κανέν επιχείρημα. Ελθών λοιπόν εις Ελευσίνα επρόβαλεν εις τον
Καραϊσκάκην ότι εσχεδίασε να επιπέση εις τους εις Θήβας
στρατοπεδευμένους εχθρούς και ότι επιθυμεί να λάβη συμβοηθούς
εις το επιχείρημά του έως τριακοσίους ατάκτους στρατιώτας. Ο
Καραϊσκάκης μαθών ότι η διάβασις του στρατεύματος έμελλε να
γένη από τόπον πεδινόν και γνωρίζων τον χαρακτήρα και την
συνήθειαν των Ελλήνων στρατιωτών, παρέστησεν εις τον Φαβιέρον
το δυσκατόρθωτον της επιχειρήσεως, του επρόσθεσε δε· «Αν
κατορθώσης να διώξης τους Τούρκους από την πόλιν των Θηβών και
να την κυριεύσης, δυσκόλως μεν, ίσως όμως δυνηθής να την
διαφυλάξης εις δευτέραν εχθρικήν συμπλοκήν· εάν όμως αποτύχης,
ολίγους των τακτικών θέλεις διασώσει διωκομένους εις την
πεδιάδα από το ιππικόν των εχθρών». Αλλ' επειδή ο Φαβιέρος
επέμενεν, ο Καραϊσκάκης, διά να μη λέγεται ότι εμπόδισε το
πράγμα από κακοβουλίαν του, παρεχώρησε και διέταξε τον Δ.
Καλλέργην και Στέφον Σέρβον (τους οποίους ονομαστί εζήτησεν ο
Φαβιέρος) να παραλάβωσι τους στρατιώτας των, όντας έως
τριακοσίους, και να ακολουθήσωσι τον Φαβιέρον εις τούτο το
επιχείρημα.

Την εννάτην λοιπόν του Οκτωβρίου οι δύω ούτοι αξιωματικοί
κινήσαντες από Ελευσίνα και ενωθέντες εις Κούντουρα με τους
τακτικούς, επροχώρησαν εκείνην την νύκτα έως εις τον Ασωπόν,
όπου έμειναν ν' αναπαυθώσιν ολίγον. Ιδόντες δε οι Έλληνες και
προ πάντων οι άτακτοι, ότι ο δρόμος ήτον διά της πεδιάδος, και
φοβηθέντες μη απαντηθώσιν από εχθρικόν ιππικόν, ή αποτυχόντες
του επιχειρήματος καταδιωχθώσι, δεν ηθέλησαν να προχωρήσωσι·
και μέρος μεν εκ των ατάκτων αντέτεινε φανερά, μέρος δε
εκρύπτετο καθ' οδόν, ώστε ο Φαβιέρος, αφ' ού επροχώρησεν ολίγον
και είδεν ότι όσον προώδευε το στράτευμα, τόσον ωλιγόστευε,
απελπισθείς του να δυνηθή να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν,
διώρισε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως οι μεν μετά
του Καλλέργη και Στέφου επέστρεψαν πάλιν εις Ελευσίνα, το δε
τακτικόν μετά του Φαβιέρου μετέβη και εστάθη εις Μέγαρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου