Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 11


Αν και η αποτυχία της εις Χαϊδάρι εκστρατείας ηνάγκασε την
Κυβέρνησιν να λάβη μέτρα διά να δυναμώση περισσότερον το
στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, η βραδύτης όμως, με την οποίαν
ενεργούσε διά την έλλειψιν των μέσων, εβίασε τον Καραϊσκάκην να
φροντίση περί εσωτερικής ενδυναμώσεως της Ακροπόλεως Αθηνών·
αλλά μη έχων χρήματα δεν εδυνήθη να πείση κανέν σώμα διά να
εισέλθη εις το φρούριον. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Μαμούρης και του
εξήγησε την ανάγκην του φρουρίου, απεφάσισε να εμψυχώση το σώμα
των Επτανησίων διά να εισέλθη εις το φρούριον, καθώς ήτον προ
πολλού σχεδιασμένον. Το σώμα τούτο συνίστατο από διακοσίους
περίπου στρατιώτας και εφοδιασθέν με τα διά συνεισφοράς
συναχθέντα υπέρ αυτού χρήματα, απεφάσισε να εισέλθη, εις το
φρούριον, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μαμούρην, όστις είχε την
ανήκουσαν εμπειρίαν των οδών και των από τους εχθρούς αφυλάκτων
διαβάσεων. Προσετέθησαν εις τούτους και πεντήκοντα περίπου
στρατιώται, τους οποίους μισθώσας έλαβε μαζύ του ο Μαμούρης.

Συνελθόντες λοιπόν όλοι ούτοι εις Αμπελάκι της Σαλαμίνος και
γενόμενοι κατά πάντα έτοιμοι, εμβήκαν εις τα πλοία την
δωδεκάτην του Σεπτεμβρίου και απέβησαν εις τα παράλια της
Αττικής. Προχωρήσαντες προς το φρούριον από δρόμους μη
φυλαττομένους από τους εχθρούς, επλησίασαν ικανώς, αλλά μετά
επτά ωρών συνεχή οδοιπορίαν αποκαμόντες οι προπορευόμενοι,
εστάθησαν ολίγον διά να περιμείνωσι τους ακολουθούντας· αυτοί
όμως δεν εφάνησαν, διότι ταραχθέντες ως από πανικόν τινα φόβον
είχον αποκοπή από τους προπορευομένους και είχον επιστρέψει
οπίσω εις τα παράλια, όπου ήσαν τα πλοία περιμένοντα να ίδωσι
την έκβασιν του επιχειρήματος. Ο Μαμούρης αφ' ενός μέρους διά
την βραδύτητα των λοιπών στρατιωτών, αφ' ετέρου δε βλέπων ότι
το φως της Σελήνης, η οποία είχεν ήδη προχωρήσει εις τον
ορίζοντα, ήθελεν είναι επιβλαβές δι' αυτούς, διότι έμελλον να
διαβώσι μεταξύ των εχθρικών χαρακωμάτων, συσκεφθείς και με τους
λοιπούς στρατιώτας, απεφάσισε με κοινήν γνώμην να μην
επιχειρήσωσιν εκείνην την νύκτα διά να έμβωσιν εις το φρούριον,
αλλά κρυφθέντες εις κανέν μέρος να επιχειρήσωσι τούτο την
ερχομένην νύκτα. Μετέβησαν λοιπόν εις Καρέαν, εις το
μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου, όπου παρέμειναν το λοιπόν της
νυκτός διάστημα και την ακόλουθον ημέραν· αλλ' επειδή
παρετήρησαν νέους προμαχώνας εις το μέρος, όπου έμελλον να
εισέλθωσι, και επειδή υπώπτευσαν ότι εγνώσθησαν από τους
εχθρούς, διότι τινές εξ αυτών κατά τύχην περιπατούντες είχον
πλησιάσει αρκετά εις το μοναστήριον, ακούσαντες και την νύκτα
μέγαν πυροβολισμόν των εχθρών, δεν έκριναν συμφέρον να
δοκιμάσωσι την είσοδον, φοβούμενοι τα επακόλουθα της αποτυχίας
δεινά. Όθεν επέστρεψαν την νύκτα εις το μέρος όπου είχον αποβή
και εμβάντες εις τα πλοία ομού με τους οπισθοδρομήσαντας
πρότερον επέστρεψαν εις Σαλαμίνα.

Διά την αποτυχίαν ταύτην ελυπήθη μεγάλως ο Καραϊσκάκης, βλέπων
δε όσον δυσκολοτέραν, τόσον αναγκαιοτέραν την εις το φρούριον
είσοδον νέας δυνάμεως, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, εν Ελευσίνι
στρατηγούς να μισθώσωσιν εκατόν είκοσι στρατιώτας, να τους
ενώσωσι με το Επτανήσιον σώμα, το οποίον δεν είχεν απελπισθή
του να εισέλθη εις το φρούριον μ' όλην την αποτυχίαν, και να
τους αποστείλωσιν εις το φρούριον με τας αναγκαίας προφυλάξεις.
Εγένετο δεκτόν το πρόβλημά του· και αφ' ού έγεινεν η αναγκαία
ετοιμασία, επεφορτίσθη ο Κριζιώτης να τους οδηγήση έως εις τον
τόπον της αποβάσεως. Εμβάντες λοιπόν εις τα πλοία την εικοστήν
εβδόμην του Σεπτεμβρίου, απέβησαν πλησίον των Τριών Πύργων και
μετά δύω σχεδόν ωρών συνεχή οδοιπορίαν έφθασαν πλησίον εις την
Ακρόπολιν. Αλλ' επειδή συναπαντήθησαν κατά τύχην από έν σώμα
ιππικού των εχθρών, νομίσαντες ότι επροδόθη το σχέδιόν των
ετράπησαν εις φυγήν. Οι εχθροί, μ' όλον ότι ήκουσαν τον θόρυβον
των φευγόντων, δεν εκινήθησαν αμέσως εις καταδίωξιν είτε διά το
σκότος της νυκτός, είτε διότι ενόμισαν εαυτούς ολίγους, και
τούτο έδωκε καιρόν εις τους Έλληνας να διασωθώσι. Φεύγοντες μ'
όλον τούτο διεκόπησαν εις διάφορα κόμματα· μέρος μεν, εν οις
και ο επίτροπος του αρχηγού του σώματος των Επτανησίων (21),
έφυγον προς τα βουνά και εκείθεν την ερχομένων ημέραν μετέβησαν
εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον. Εκ δε των προς την θάλασσαν
φυγόντων έν σώμα κατεδιώχθη από τους εχθρούς εις τον τόπον της
αποβάσεως, αλλά πολέμησαν γενναίως και βοηθούμενον από τα πλοία
διεσώθη αβλαβές, έξ δε καταφυγόντες εις μίαν εκκλησίαν κειμένην
πλησίον των Τριών Πύργων ύστερον από ικανήν αντίστασιν
εφονεύθησαν εκτός ενός, όστις διεσώθη κολυμβών, έν μέρος δε,
συνιστάμενον από εικοσιπέντε σχεδόν εκ του σώματος των
Επτανησίων, κατέφυγεν εις έν νησίδιον πλησίον της ξηράς, όπου
οχυρωθέν εκ του προχείρου και αντιπολεμήσαν γενναίως προς
πλήθος πεζών και ιππέων εχθρών και υπομείναν αφόβως τον συνεχή
και αλλεπάλληλον κανονοβολισμόν όλην την ημέραν και την
ακόλουθον νύκτα, διεσώθη τελευταίον αβλαβές από τον Κριζιώτην,
όστις επήγεν εις βοήθειάν του με δύω πλοιάρια, με τα οποία και
τους μετέφερεν εις τα μεγάλα πλοία, τα οποία δεν ημπορούσαν να
πλησιάσωσιν εκεί διά την ρηχότητα των νερών.

Η δευτέρα αύτη αποτυχία κατελύπησε τον Καραϊσκάκην και ομού με
αυτόν όλους τους ευαισθήτους πατριώτας, αλλά την λύπην του την
εκορύφωσεν η είδησις του θανάτου του Γκούρα (22), την οποίαν
επίτηδες απεσταλμένοι από το φρούριον έφερον εις το
στρατόπεδον. Δεν ήτον πλέον καιρός μακρών και βραδέων σκέψεων
διότι εκτός της αθυμίας, την οποίαν φυσικώ τω λόγω επροξένησεν
εις τους πολιορκουμένους, το συμβεβηκός τούτο ήτον υποψία
διαιρέσεων και διχονοιών, το οποίον ημπορούσε να αυξήση τα
δεινά των πολιορκουμένων. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους
στρατηγούς και αξιωματικούς τους συγκροτούντας το εν Ελευσίνι
στρατόπεδον και ωμίλησεν ούτω· «Το φρούριον των Αθηνών
κινδυνεύει και η πτώσις του θέλει είναι πτώσις όλης της Στερεάς
Ελλάδος· δεν έχει εις άλλους τας ελπίδας του, παρά εις ημάς·
δεν είναι εντροπή μας να το αφήσωμεν απροστάτευτον;» Όλοι
ομοφώνως απεκρίθησαν ότι προσφέρουσι και την ιδίαν των ύπαρξιν
διά την σωτηρίαν του φρουρίου. «Λοιπόν, επανέλαβεν ο
Καραϊσκάκης, εγώ δεν βλέπω άλλον τρόπον αρμοδιώτερον και
προχειρότερον, ειμή να δεχθή να εισέλθη εις το φρούριον επί
κεφαλής της αποσταλησομένης εις αυτό βοηθείας είς από ημάς,
όστις ήθελεν έχει ιδιαίτερον στρατιωτικόν σώμα, το οποίον να
τον αγαπά ενταυτώ και να τον σέβεται· διά να μην αποτύχωμεν δε
και ταύτην την φοράν, το οποίον θέλει είναι ολεθριώτατον, δύω
βλέπω αρμοδιωτέρους, τον εαυτόν μου και τον στρατηγόν
Κριζιώτην». Επειδή δε είπον μερικοί ότι δεν συμφέρει ο Γενικός
αρχηγός να κλεισθή μέσα εις το φρούριον, αλλά να μείνη έξω και
να προσπαθή περί διαλύσεως της πολιορκίας· — «Εκτός τούτου,
επρόσθεσεν ο Καραϊσκάκης, ενώ δεν ημπορώ να χρησιμεύσω εις το
φρούριον, όσον ο αδελφός μας Κριζιώτης· διότι πρώτην φοράν πατώ
ταύτα τα χώματα· ο δε Κριζιώτης ως διατρίψας πολύν καιρόν εις
τα εδώ γνωρίζει και τας θέσεις και τους κατοίκους και προ
πάντων, διά τας οποίας έχει σχέσεις μετά των εν τω φρουρίω
πολεμικών, θέλει κατασταθή σεβαστός εις τους πολιορκουμένους
και θέλει διαθέσει άριστα τα πράγματα του φρουρίου». Όλοι
ομοφώνως επαίνεσαν την γνώμην του Καραϊσκάκη και παρεκίνησαν
τον Κριζιώτην διά να δεχθή το πράγμα. Ο δε Κριζιώτης κινούμενος
από φιλοτιμίαν απεδέχθη χωρίς δυσκολίαν το πρόβλημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου