Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μέρος 10


Η Διοίκησις, γνωρίζουσα αφ' ενός μέρους πόσον αναγκαίος ήτον ο
Καραϊσκάκης εις την εκστρατείαν ταύτην διά τα προσωπικά του
προτερήματα και διά την οποίαν έχαιρεν υπόληψιν από το
στρατόπεδον, μη θέλουσα δε αφ' ετέρου να δυσαρεστήση και τον
Φαβιέρον, τον οποίον ομοίως ενόμιζεν ωφέλιμον διά τα πράγματα
της Στερεάς Ελλάδος, επροσπάθησε να συμβιβάση την μεταξύ των
διαφοράν· και διά να οικονομήση την αίτησιν του Φαβιέρου, χωρίς
να πειράξη την φιλοτιμίαν του Καραϊσκάκη, έγραψε προς τον
δεύτερον να συμβουλεύεται τον Φαβιέρον εις τα πολεμικά του
σχέδια, ως άνθρωπον έμπειρον εις τα πολεμικά και φίλον της
πατρίδος. Αλλά τόσον τούτο το μέσον καθώς και όσα άλλα
μετεχειρίσθησαν άλλοι προς συμβιβασμόν απέβησαν μάταια. Ο
Καραϊσκάκης επιμένων διέταξε τον Φαβιέρον να μεταφέρη το
τακτικόν εις το στρατόπεδον της Ελευσίνος, όπου ήτον υποψία να
γένη κίνημα παρά των εχθρών· ο Φαβιέρος όμως δεν υπήκουσεν,
επρόβαλε δε ως δικαιολόγημα ότι οι τακτικοί συναναστρεφόμενοι
μετά των ατάκτων διαφθείρουσι τα ήθη των. Τούτο παρώξυνε
μεγάλως τον Καραϊσκάκην, ώστε δεν άφινε να του διαφύγη καμμία
περίστασις, εις την οποίαν ηδύνατο να κατακρίνη και να υβρίση
σκληρώς τον Φαβιέρον.

Οι εχθροί του Καραϊσκάκη, εκ των οποίων τινές ευρίσκοντο και
εις το ίδιον στρατόπεδόν του, επιθυμούντες ν' αφαιρέσωσι από
αυτόν την αρχηγίαν και αποτυχόντες του να το κατορθώσωσι διά
της Κυβερνήσεως, έβαλαν προ οφθαλμών να διαλύσωσι το
στρατόπεδον, διό και εζήτουν αφορμήν, ήτις κατά δυστυχίαν δεν
άργησε να παρουσιασθή. Ο Κιουταχής έγραψε διαταγάς προς τους
κατοίκους των χωρίων της Αττικής (οι οποίοι ήσαν μεν
υποτεταγμένοι εις τους Τούρκους, συνεννοούτο όμως τινές εξ
αυτών και με τους Έλληνας) ότι εντός ολίγων ημερών εκστρατεύει
εις Ελευσίνα διά να καταστρέψη τους εκεί εμφωλεύοντας Έλληνας,
γνωστοποιεί δε τούτο εις τους κατοίκους διά να μη δειλιάσωσιν
από το κίνημα, αλλά να μένωσιν ήσυχοι εις τα χωρία των. Τα
γράμματα ταύτα εφέρθησαν εις το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη.
Συνέβη δε ταυτοχρόνως να έλθη και ετέρα είδησις περί της
εκστρατείας ταύτης από το ίδιον στρατόπεδον του Κιουταχή. Ώστε
οι εχθροί του Καραϊσκάκη, οι οποίοι επεθύμουν του στρατοπέδου
την διάλυσιν, επαρουσίαζον εις τους στρατιώτας μέγιστον τον
κίνδυνον, εάν δεν προλάβωσι να φύγωσιν από Ελευσίνα, και τον
όλεθρον άφευκτον, αν πολιορκηθώσιν. Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε
να εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας· βλέπων όμως ότι ο
θόρυβος εγίνετο από στιγμήν εις στιγμήν μεγαλήτερος, εκάλεσεν
όλους τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους παρεκίνησεν,
εάν δεν θέλωσι να μείνωσιν εις την θέσιν των διά να πολεμήσωσι
τον εχθρόν, τουλάχιστον ας υπομείνωσιν εις το στρατόπεδον, έως
ου να ιδώσιν ερχόμενον τον εχθρόν, και τότε δύνανται χωρίς
εντροπήν να μεταβώσιν εις άλλο οχυρώτερον μέρος. Ενώ εγίνοντο
αι συνομιλίαι αύται, ήρχοντο αγγελίαι από στιγμήν εις στιγμήν
ότι οι στρατιώται λειποτακτούσιν αδιακόπως από το στρατόπεδον·
οι επιθυμούντες μάλιστα την διάλυσιν του στρατοπέδου
επαρουσίαζαν την λειποταξίαν μεγαλητέραν και τον κίνδυνον
σημαντικότερον. Επειδή δε ο Καραϊσκάκης επιμένων δεν έδιδε
γνώμην να φύγωσι, τινές των αξιωματικών προσκαλούντες και τους
άλλους εις την φυγήν ενώπιον του Καραϊσκάκη, είπον ότι δεν
κάθονται να γένωσι θύματα της φιλοδοξίας του Καραϊσκάκη, τότε ο
Καραϊσκάκης απεκρίθη με αγανάκτησιν «Πηγαίνετε όπου αγαπάτε. Ο
Καραϊσκάκης θέλει επιμείνει εις την θέσιν του, και ας χαθή.
Όταν όμως σας ερωτήσωσιν οι άνθρωποι τι εκάμετε τον αρχηγόν
σας, ειπέτε ότι τον παρεδώσαμεν εις τους εχθρούς, διότι δεν
ηθέλησε να γένη αρχηγός της λειποταξίας». Ο λόγος ούτος
εκφωνηθείς με τόνον και πάθος, οποίον απαιτούσεν η περίστασις,
έκαμε ζωηράν εντύπωσιν εις όλους τους παρευρεθέντας
αξιωματικούς και στρατιώτας, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση και
τους ενεργούντας την διάλυσιν του στρατοπέδου. Αυτοί
παρασύραντες και τους στρατιώτας ανεχώρησαν από Ελευσίνα περί
τα μεσάνυκτα και μετέβησαν εις Σαλαμίνα (19).

Ο Καραϊσκάκης συντροφευμένος από τους σημαντικωτέρους
αξιωματικούς επήγεν εις τον τόπον, όπου εσυνείθιζον να θέτωσι
την νυκτερινήν εμπροσθοφυλακήν, και ανάψαντες φωτίας
διενυκτέρευσαν εκεί διά να δώσωσι τρόπον τινά θάρρος εις τους
δειλιάσαντας στρατιώτας. Μ' όλα όμως τα μέτρα ταύτα, μόλις
έμειναν εις το στρατόπεδον οι σημαντικώτεροι αξιωματικοί και
έως τριακόσιοι στρατιώται, και ούτοι δε αφού τους παρεκάλεσε
θερμώς ο Καραϊσκάκης να διαμείνωσιν εις το στρατόπεδον την
νύκτα εκείνην διά να μη φύγωσιν με καταισχύνην, και τους
υπεσχέθη ότι συγκατατίθεται ν' αναχωρήσωσι την επομένην ημέραν.
Μ' όλα ταύτα ο Καραϊσκάκης μη έχων απόφασιν ν' αναχωρήση, εκτός
εάν έβλεπε σημαντικήν εχθρικήν δύναμιν, επροσπαθούσε να
ενθαρρύνη τους μείναντας αξιωματικούς και στρατιώτας, και οι
λόγοι του (αφ' ού προϊούσης της ημέρας άρχισε να διαλύεται κατ'
ολίγον ο φόβος, τον οποίον είχεν αποκαταστήσει μεγαλήτερον το
βαθύ της νυκτός σκότος) έκαμαν τοιαύτην προσβολήν, ώστε μ' όλον
ότι εφάνησαν ερχόμενοι οι εχθροί, αυτοί δεν εσυλλογίζοντο πλέον
διά φυγήν, αλλ' ετοιμάζοντο δι' αντίκρουσιν. Οι εχθροί
επλησίασαν έως βολής τουφεκίου εις το Ελληνικόν στρατόπεδον,
και αφ' ού έκαμάν τινας αποπείρας και είδον ότι οι Έλληνες δεν
φεύγουσιν, ανεχώρησαν οπίσω εις τας Αθήνας. Όλοι απέδωκαν εις
μόνον τον Καραϊσκάκην την διατήρησιν του στρατοπέδου, και οι
διαμείναντες αξιωματικοί και στρατιώται ευχαριστήθησαν πολλά
διότι επείσθησαν εις την γνώμην αυτού και δεν ανεχώρησαν. Ο
Καραϊσκάκης έγραψεν αμέσως αναφοράν εις την Κυβέρνησιν εναντίον
των πρωταιτίων της λειποταξίας. Επειδή όμως αυτοί μετανοήσαντες
εζήτησαν την συγχώρησιν, δεν ενέκρινε να επιμείνη, και ούτως
εις ολίγας ημέρας συνήλθον πάλιν όλοι εις το στρατόπεδον.

Οι εν τω φρουρίω απελπισθέντες του να ιδώσι την πολιορκίαν
διαλυομένην ογλίγωρα, έλαβον υποψίαν ότι η σταθερότης και η
επιμονή του Κιουταχή θέλει αποκλείσει το φρούριον ως και το
Μεσολόγγιον. Και καθώς φυσικά συμβαίνει εις τους
αποκλεισμένους, αισθανόμενοι ως και των μικροτάτων πραγμάτων
την έλλειψιν και δυσαρεστούμενοι, κατέφυγον εις την ζήτησιν των
μισθών των, πρόφασιν εις την οποίαν καταφεύγουσιν, όταν
πλησιάζη ο κίνδυνος, όλοι όσοι δεν κινούνται από το αίσθημα του
πατριωτισμού και της φιλοτιμίας (20). Ο δε φρούραρχος, μη
δυνάμενος ν' αναβάλη την επίμονον αίτησίν των, ηναγκάσθη και
την εθεράπευσε πραγματικώς με δόσιν μέρους του μισθού των,
διότι μ' ελπίδας μόνον και υποσχέσεις δεν εδύνατο πλέον να τους
αναπαύση. Αλλά μ' όλον ότι έγεινεν η οικονομία αυτή, πολλοί
έφευγον κρυφίως από το φρούριον. Ο Γκούρας βλέπων τούτο και
ακούων πολλούς μη ευχαριστουμένους να διαμείνωσιν εις την
πολιορκίαν, εστοχάσθη ως απαραιτήτως αναγκαίον ν' αυξήση την εν
τω φρουρίω δύναμιν, ώστε και άν ποτε μέρος της φρουράς ήθελεν
αποφασίσει ν' αναχωρήση, η φυγή του να μην γείνη επαισθητή εις
τους όσοι ήθελον μείνει. Απέστειλε λοιπόν τον εξάδελφόν του
Ιωάννην Μαμούρην εις τον Καραϊσκάκην διά να ζητήση στρατιωτικήν
δύναμιν, τον διέταξε δε, αν δεν δυνηθή να κατορθώση διά του
Καραϊσκάκη τίποτε, να στρατολογήση αυτός αριθμόν τινα
στρατιωτών και να τους οδηγήση ο ίδιος εις το φρούριον· του
έδωκε δε και τ' αναγκαία διά την στρατολογίαν ταύτην χρήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου