Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ σκοπόν έχει την εις το Ελληνικόν κοινόν
παροχήν σπουδαίων αναγνωσμάτων, συντελούτων εις την πληρεστέραν
γνώσιν της εθνικής ιστορίας, ή διαφωτιζόντων όλως άγνωστά
σημεία ή κεφάλαια αυτής.

Εις την ΙΣΤΟΡΙΚΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΝ δημοσιεύονται μελέται ιστορικαί,
βιογραφίαι, απομνημονεύματα και παν έργον αναφερόμενον εις τον
Ιερόν Αγώνα, την προ αυτού μέχρι της Αλώσεως εποχήν και την
μετ' αυτόν μέχρι των ημερών ημών.

Η τιμή εκάστου εκδιδομένου τεύχους, ανάλογος προς τον όγκον
αυτού, θα είναι πάντοτε λίαν ευθηνή, ώστε η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
να είναι εις πάντας προσιτή.

Χάριν της υποστηρίξεως του έργου, απαιτούντος πολλάς δαπάνας,
γίνονται δεκτοί ιδιαίτεροι συνδρομηταί διά 10 τεύχη αντί δραχ.
10 ή φρ. 8 οι εκ του εξωτερικού.

Πάσα επιστολή Προς τον εκδότην της ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ
Ιωάννην Βλαχογιάννην εις Αθήνας.

Εξεδόθησαν υπό του αυτού και πωλούνται εις όλα τα βιβλιοπωλεία:
ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ — &Αθηναϊκόν Αρχείον& Τόμ.
Α' (σχήμα όγδοον, σελίδες 560). Τιμάται δραχμών 15

Τιμή του παρόντος τεύχους δρχ.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ (3)


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ


'Σ τα 1826, ύστερα από τους περίφημους πολέμους της Αράχωβας,
του Διστόμου και τόσους άλλους, ο Καραϊσκάκης με το στρατό του
είχε κινήση κ' έρχονταν βοήθεια της Αθήνας, που κιντύνευε από
τον Κιουταχή. Έφτασε 'σ το μοναστήρι του Άγιου Σεραφείμ όπου
είναι και το λείψανό του, τιμημένο πολύ λείψανο από τους
Ρουμελιώτες. Εκεί ο Καραϊσκάκης γονατιστός 'σ τον άγιον τάφο
κοντά, μ' όλα τα παληκάρια του, προσευχήθηκε· «Βοήθησέ μας,
Αϊσεραφείμ να διώξωμε τον Κιουτάγια από την Αθήνα, να γλυτώσωμε
τους κλεισμένους χριστιανούς και να κάμωμε 'σ τους Τούρκους
δεύτερη Αράχωβα, και να σου φέρω χρυσό καντήλι 'σ τον τάφο σου
και λαμπάδες εκατό ίσα με το κορμί μου και να στολίσω σαν
παλάτι το μοναστήρι σου!» Κι' όλος ο στρατός ξεσκούφωτος και
γονατισμένος είπε την ίδια προσευχή. Ο Άγιος Σεραφείμ όμως δεν
τους αξίωσε.


ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ


Της 9 Αυγούστου, 'σ τα 1826, ο Καραϊσκάκης ανταμώθηκε κατά τύχη
με τον Κιουταχή 'σ τη Γαλλική φεργάδα του ναυάρχου Δερνύ, που
ήταν αραγμένη 'σ τον Πειραιά. Ο Κιουταχής με τον Ομέρ πασσά της
Χαλκίδας είχαν πάη να ιδούν το ναύαρχο. Δεν πρόφτασαν να
κατέβουν 'σ τη σάλλα και φτάνει ο Καραϊσκάκης με το Χρηστίδη σε
βάρκα Ελληνική από το μπρίκι το Ψαριανό του Γιαννίτση, πού ήταν
αραγμένο 'σ τη Λεψίνα και τόχε ο Καραϊσκάκης 'σ της διαταγές
του. Λένε πώς επίτηδες ο Γάλλος ναύαρχος είχε φέρη έτσι το
πράμα, για να σμίξουν οι δυο αρχιστράτηγοι. Κι' αυτό του το
είχε ζητήση ο Κιουταχής.

Ταράχτηκε ο Καραϊσκάκης καθώς είδε τον Κιουταχή μπροστά του.
Έβαλε το χέρι 'σ το σπαθί κ' είπε 'σ το Χρηστίδη.

 — Ωρέ Χρηστίδη, μη μας κάνουν καμμιά μπαμπεσά;

Τον καθησύχασε ο Χρηστίδης. Κι' ο Κιουταχής όμως ταράχτηκε,
καθώς είδε τον Καραϊσκάκη. Χαιρέτησε ο Καραϊσκάκης τον
Κιουταχή, κατά την τούρκικη συνήθεια (με την απαλάμη 'σ το
στήθος) και κάθισε. Χαιρέτησε κι' ο Κιουταχής με το κεφάλι,
αγέρωχος, και μίλησε πρώτος Αρβανίτικα·

 — Τι κάνεις, Καραϊσκάκη; Έλπιζα νάρθης 'σ τα Μπιτώλια να με
προσκυνήσης και να σου δώσω όλα τα βιλαέτια, από την Αθήνα ως
την Άρτα.

 — Εγώ να σε προσκυνήσω; του αποκρίνεται ο Καραϊσκάκης. Αν είσαι
Ρούμελη Βαλεσής εσύ, είμαι κ' εγώ Ρούμελη Βαλεσής. Κι' αν ήξερε
η Διοίκησή μου ότι κρένομε τώρα μαζί, με κρέμαγε κ' εμένα και
δεκαπέντε χιλιάδες στρατέματα, που έχω 'σ τη Λεψίνα.

 — Και πώς μπορεί να σε κρεμάση;

 — Μήπως δε σε κρεμάει εσένα ο Σουλτάνος, όταν θέλη; Ναι ή όχι;

 — Ναι, γιατί τον έχω βασιλιά.

 — Λοιπόν με κρεμάει κ' εμένα, γιατί την έχω βασίλισσα!

Χαμογέλασε ο Κιουταχής. Σηκώθηκε πρώτος κ' έφυγε από το καράβι,

Την άλλη 'μέρα ο Κιουταχής τούστειλε καφφέ, ζάχαρη και καπνό. Ο
Καραϊσκάκης τούστειλε ένα φόρτωμα κρασί.


ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑΖΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


Ρώτησαν τον Καραϊσκάκη πώς μπορεί να εξουσιάζη κανείς τους
Έλληνες. Αποκρίθηκε·

 — Όποιος θέλει να εξουσιάζη καλά τους Έλληνες, πρέπει νάχη 'σ
την πλάτη του ένα δισάκκι που να είναι γιομάτο διαόλους από
πίσω, ο Χριστός μπροστά κι' ο παράς 'σ τη μέση. (Γ. Γαζής).


ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ


«Ο καλός καπετάνος πρέπει νάχη φρονήματα πετεινού (για να
εξουσιάζη), καλωσύνη σκύλου (για να τον αγαπούν), παληκαριά και
θεωρία λιονταριού (για να τον σέβωνται και να τον φοβώνται),
ύπνο και περπάτημα λαγού (για να είναι άγρυπνος και γλήγορος)
και πονηριά γυναίκας (για να ξεγελάη και να σέρνη τους
ανθρώπους)». (Γ. Γ.).


ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΝΩΝ


«Όποιος προκομμένος άνθρωπος δεν κρύβει τα ελαττώματά του από
τα μάτια του πολλού κόσμου είναι κουτότερος από τη γάτα, πού
θάφτει την κοπριά της, για να μη φαίνεται 'σ το φως». (Γ. Γ.)


ΠΩΣ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΔΟΞΑ


Τον ρώτησαν πώς ένας άνθρωπος του πολέμου μπορεί να γίνη
μεγάλος και ν' αποκτήση υπόληψη. Είπε·

    Φρόνιμος και παληκάρι,
    πλούσιος και γαλαντόμος
    μέγας γίνεται 'σ τον κόσμο. (Γ. Γ.)


ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΟΘΟΥΣ


«Καθώς η φύση δέχεται τα κεντρώματα και δείχνει τα μπολιασμένα
δέντρα πλειο καλά από τ' άγρια, έτσι κι' ο Θεός κάνει πολλές
βολές τα μπάσταρδα παιδιά πλειο άξια από τ' άλλα, τα γνήσια».
(Ο Καραϊσκάκης ήταν νόθος κι' αυτός). (Γ. Γ.)


Ο ΔΕΙΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ


Φοβιτζάρης το ασκέρι σαν πανούκλα το μολεύει
και δειλός απελπισμένος γίνεται αντρειωμένος. (Γ. Γ.)


ΠΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

«Η γυναίκα και το άττι θέλουν άξιον καβαλλάρη». (Γ. Γ.)


ΤΑ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Τον ρώτησαν τι απόλαψε 'σ τον κόσμο. Αποκρίθηκε·

    Νέος υπανδρεύθηκα, ωραίαν γυναίκα πήρα (54),
    ζέφκια πολλά ετράβησα, δόξαν μεγάλην ηύρα
    και γρόσια εκαζάντησα όσα μου ήτον χρεία. (Γ. Γ.)

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ (2)


Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ


Κάποτε ο Μεγαπάνος, άρχοντας από το Κάρλελι (Ακαρνανία), του
είπε·

 — Ωρέ Καραϊσκάκη, δε μαζώνεις λίγο τη γλώσσα σου;

 — Άμα μαζώξης εσύ τη βρακοζώνα σου, θα μαζέψω κ' εγώ τη γλώσσα
μου, του είπε ο Καραϊσκάκης.

Ο Μεγαπάνος κυνηγούσε της γυναίκες.


ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ


'Σ τον πόλεμο του Κεφαλόβρυσου, όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος
Μπότσαρης, είχε στείλη κι' ο Καραϊσκάκης ένα μικρό σώμα, αυτός
όμως δεν έλαβε μέρος 'σ τον πόλεμο, γιατί ήταν άρρωστος 'σ το
μοναστήρι του Προυσού. Αφού σκοτώθηκε ο Μάρκος, έφεραν οι
Σουλιώτες το λείψανό του και το ξάπλωσαν εμπρός 'σ το νάρθηκα
της εκκλησιάς του Μοναστηρίου. Σηκώθηκε τότε ο Καραϊσκάκης από
το κρεββάτι κ' επήγε σέρνοντας και φίλησε με δάκρυα το νεκρό
του Μάρκου· κ' είπε·

 — Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κ' εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω.

Κ' επήγε αληθινά όπως ευχήθηκε, ο ήρωας.

Αυτόν το θάνατο εύχονταν όλοι οι γενναίοι εκείνον τον καιρό·
_να παν από βόλι_. Τον ίδιο θάνατο ευχήθηκε κι' ο Γκούρας κι'
απ' αυτόν επήγε.


Η ΜΑΡΙΩ


Ο Καραϊσκάκης 'σ της εκστρατείες του είχε πάντα μαζί του μια
Τουρκοπούλα βαφτισμένη, που την έλεγαν Μαριώ. Αυτή ήταν ντυμένη
φουστανέλλες, σαν άντρας, κ' είχε τ' όνομα Ζαφείρης ανάμεσα 'σ
τα παληκάρια. Κάποτε λοιπόν ο Καραϊσκάκης περαστικός κατάλυσε
'σ το σπίτι του, με κάμποσα παληκάρια. Πάει ο Ζαφείρης 'σ το
μαγερειό και ρίχνεται 'σ της δούλες κι' αρχίζει τσιμπιές,
γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν της φωνές εκείνες και τρέχουν 'σ την
καπετάνισσα. Τρέχει κ' η κυρά Γκόλφω, η Καραϊσκάκαινα, 'σ το
στρατηγό καταθυμωμένη·

 — Τι πράματα είναι αυτά; του λέει· τα παληκάρια σου _παλεύουν_
της ψυχοκόρες μου!

 — Έγνοια σου, μωρή, της λέει ο στρατηγός, έχω και για 'σένα
π. . . Μη θυμώνεις.


ΤΙ ΕΙΠΕ 'Σ ΤΟΝ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ


Κάποτε 'σ τα 1825, 'σ την εκστρατεία της Μεσσηνίας, μάλλωσε με
τον Κουντουριώτη και του είπε·

 — Ωρέ, Κουντουριώτη άκουγα και νόμιζα θα είναι όλο γιομάτο
μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό, όσο έχω 'γώ
σπόρο 'σ τ' α . . . μου!


ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ


Όταν ο Καραϊσκάκης πήγε 'σ τ' Ανάπλι, 'σ τα 1826, ενώ την Αθήνα
την πολιορκούσε ο Κιουταχής, και διορίστηκε Γενικός αρχηγός των
στρατεμάτων της Ρούμελης για να πάη να τον πολεμήση,
παρουσιάστηκε 'σ τη Διοικητική Επιτροπή. Τότε ο πρόεδρος της
Επιτροπής, ο Ζαΐμης, πρώτος τον συχώρεσε για την παλιά τους
έχτρα, πού βάσταγε από τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, όταν ο
Καραϊσκάκης είχε κάμη πολλά κακά 'σ τα σπίτια και χτήματα του
Ζαΐμη 'σ την Κερπινή. Ο Ζαΐμης όμως γενναιόκαρδα τον συχώρεσε.
Ο Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οι δυο και ξεχάστηκαν τα
περασμένα. 'Σ τη σκηνή αυτή έτυχε να είναι κι' ο άρχοντας
Υδραίος Βασίλης Μπουντούρης κ' είπε 'σ τον Καραϊσκάκη·

 — Δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου 'σ την πατρίδα,
Καραϊσκάκη· ο Θεός να σε φωτίση να το κάμης από 'δώ κι' ομπρός.

 — Δεν τ' αρνιώμαι, αποκρίθηκε ο Καραϊσκάκης. Όταν θέλω, γίνομαι
άγγελος κι' όταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να
γίνω άγγελος.


ΤΟ ΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ


'Σ τον πόλεμο της Δομπραίνας ο Καραϊσκάκης είχε διατάξη τον
οπλαρχηγό Βασίλη Μπούσγο να πιάση μια ράχη παραπέρα από 'κεί
που γίνονταν ο πόλεμος και να περιμένη ως πού να τον κράξη. Ενώ
λοιπόν ακολουθούσε ο πόλεμος, ο Καραϊσκάκης ηύρε μεγάλη
αντίσταση 'σ τους Τούρκους κ' έστειλε ένα παληκάρι να πάη να
φωνάξη το Μπούσγο βοήθεια. Ο στρατιώτης όμως δείλιασε και δεν
έφερε τη διαταγή του στρατηγού 'σ το Μπούσγο. Έτσι ο
Καραϊσκάκης αναγκάστηκε να τραβηχτή και φτάνει 'σ τη ράχη, όπου
φύλαγε, άνεργος, ο Μπούσγος. Δαιμονίστηκε καθώς τον είδε ο
Καραϊσκάκης, γιατί νόμισε πώς από φόβο δεν είχε έρθη βοήθεια
του.

 — Το βρακί της Κατερίνας! Φέρτε μου το βρακί της Κατερίνας!

Ο Καραϊσκάκης για ντρόπιασμα των δειλών είχε μαζί του ένα
παλιόβρακο, που τόξεραν όλοι μ' αυτό τ' όνομα «το βρακί της
Κατερίνας» και υποχρέωνε όσους έπιανε φοβιτσάρηδες να το
φορέσουν. (Αυτό μας θυμίζει τη Μόσκω του Τζαβέλα, πού άμα
ζύγωνε πόλεμος έβανε ντελάλι μέσα 'σ το Σούλι, ότι όποιος
Σουλιώτης μείνη 'σ το χωριό και δεν πάη με τους άλλους να
πολεμήση, θα φορέση γυναίκεια).

Ο Μπούσγος όμως, αφού δεν έφταιγε σε τίποτα, άναψε κι' αυτός
από το θυμό του. Τραβιέται πίσω, κι' όξω την κουμπούρα! Εκεί
όμως ξηγήθηκαν τα πράματα κι' ο Καραϊσκάκης, αφού κατάλαβε το
λάθος του, ζήτησε συμπάθειο από το Μπούσγο και δακρυσμένος τον
φίλησε.


ΤΗΣ ΚΛΑΝΟΜΑΡΩΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ


'Σ το Δίστομο, πριν γίνη ο περίφημος πόλεμος, ήταν με το σώμα
του Καραϊσκάκη ένας στρατιώτης, που κανείς δεν ήξερε πούθε
κρατούσε η σκούφια του. Κοντός, κουρελιάρης, με μακρυά και λερή
φουστανέλλα, πού κατέβαινε πειο κάτου από τα γόνατά του,
άσκημος, σπανός, ξεραγκιανός και πολύ φοβιτσάρης. Έκανε 'σ το
στρατόπεδο της γυναικείες δουλειές, έπλυνε, ετοίμαζε τα σφαχτά
κ' έψηνε τα κοκορέτσα και τα σπληνάντερα. Ήταν μ' άλλα λόγια
από 'κείνους, που τους έλεγαν 'σ τα στρατόπεδα _χατζαρούλες_.
Το στρατιώτη αυτόν για τους τρόπους του και για της ταπεινές
δουλειές που έκανε τον έλεγαν οι συντρόφοι του Κλανομάρω. Αφού
ζύγωνε λοιπόν ο πόλεμος, η Κλανομάρω άφησε τα συνειθισμένα της
και φόρεσε σελιάχι και κρέμασε μπαλάσκες κ' έβαλε και μια
μακρυά κουμπούρα 'σ το σελιάχι· κι' αφού 'τοιμάστηκε για
πόλεμο, παρουσιάζεται άξαφνα ανάμεσα 'σ τα παληκάρια, 'σ το
φοβερό εκείνο στρατόπεδο. Δε λέγεται η ταραχή και τα γέλοια και
τα πειράγματα και τα χωρατά, όταν είδαν την Κλανομάρω τα
παληκάρια. Χάλασε ο κόσμος γύρω της, καθώς περνούσε
καμαρώνοντας σα σκεπάρνι η Κλανομάρω, τριγυρισμένη από το πειό
διαλεχτό επιτελείο, που θα ζήλευε κάθε στρατηγός, μ' άλλα λόγια
από τα καλύτερα παληκάρια του Καραϊσκάκη.

Την άλλη 'μέρα, ημέρα του δοξασμένου εκείνου πολέμου, ενώ οι
Αρβανίτες με τον Καρυοφίλμπεη νικημένοι κυνηγιώνταν από τους
Έλληνες, ο Καραϊσκάκης ακράτητος, φοβερός, τραντάζοντας με της
φωνές του της ράχες γύρω, καθώς προχωρούσε με τ' άλογο, κάνει
έτσι και βλέπει κρυμμένον άνθρωπο μέσα σε μια πατουλιά. Νόμισε
πώς ήταν Τούρκος κι' αμέσως τραβάει από τη σέλλα τη μια
πιστιόλα, έτοιμος να ρίξη. Άξαφνα όμως πηδάει όξω από την
πατουλιά η Κλανομάρω και φωνάζει τρομασμένη·

 — Μη καπετάνε! μη, είμ' εγώ! Μη για το Θεό!

Κράτησε ο στρατηγός τ' άλογο και κάνοντας τάχα πως
παραξενεύτηκε και πως δεν κατάλαβε τίποτα, λέει 'σ την
Κλανομάρω·

 — Ωρέ, εσύ εδώ μέσα, ωρέ Μάρω;

 — Τι να κάμω, καπετάνε, βούλωσε το ντουφέκι μου και δε μπόργα
να πολεμήσω.

 — Να, ωρέ Μάρω, πάρε το δικό μου και σε θέλω να μου φέρης
κεφάλια Αρβανίτικα!

Κι' αμέσως δίνει 'σ την Κλανομάρω τον κοντό του σισανέ, τον
ασημόδετον και φλωροκαπνισμένον.

Τότε η Κλανομάρω, αφού έπιασε 'σ τα χέρια το φοβερό όπλο του
Καραϊσκάκη, έγινε αλλοιώτικη. Χύθηκε απόκοντα 'σ τους Αρβανίτες
και σε κάμποση ώρα γύρισε φέρνοντας θριαμβευτικά δυο ματωμένα,
ολόζεστα Αρβανίτικα κεφάλια. Φαντάζεται κανένας τα ζήτω των
παληκαριών για χάρη της Κλανομάρως.